Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

ΟΙ ΚΙΤΡΙΕΣ

Ξεκλέβεις δύο μέρες ή δύο νύχτες, τελοσπάντων, με την ψυχή στο στόμα. Και φεύγεις. Γλαρώνεις σε ατέλειωτες ευρωπαικές ευθείες. Είσαι με απόλυτη βεβαιότητα ο άρχοντας του αυτοκινητόδρομου. Όχι επειδή έχεις το πιο γρήγορο όχημα, μα επειδή μπορείς να ακούς τη μουσική σου δυνατά και δυο μάτια ανήσυχα, σαν μαύρες κουκίδες, σε θαυμάζουν που κοπανιέσαι σαν απροσάρμοστος. Στροβιλίζεσαι σε αλλεπάλληλες στροφές, σαν κορδέλα σε γυμναστικές επιδείξεις. Η φυγή πάντοτε πιο εύκολη. Ο καιρός σύμμαχος, ο ίδιος ο χρόνος σύμμαχος. Πριν καλά καλά το καταλάβεις, ρουφάς την μπύρα σου με λαιμαργία, καταναλώνεις αδηφάγα εικόνες, κατεβάζεις τον καπνό απο το τσιγάρο σου μέχρι το στομάχι, βολτάρεις στον ήλιο, κλαις για τη γαμημένη την ομάδα σου. Τα ίδια μάτια σαν μαύρες κουκίδες, πάλι εκεί, πάντα εκεί. Τρως όπως πρέπει, με το κύμα να σκάει στο πόδι σου, σε ένα τόπο στο τέρμα του δρόμου. Εκεί που οι κιτριές ανθίζουν ακόμη.Αυτή τη φορά καταναλώνεις μυρωδιές. Ένας ηλιοκαμμένος ψαράς, με ενα παχύ στρώμα απο αλάτι στα χέρια, στο πρόσωπο, με την καθημερινή του βόλτα σου υπενθυμίζει πώς αξίζει να ζεις. Ξέκλεψες δυο μέρες ή δυο νύχτες. Και τώρα γυρνάς πίσω. Γλαρώνεις στις ίδιες ευρωπαικές ευθείες, με σχετική νομοτέλεια, στροβιλίζεσαι σε αλλεπάλληλες στροφές, κοπανιέσαι σαν απροσάρμοστος. Τα Μέγαρα σε καλωσορίζουν με την αφοπλιστική τους ασχήμια. Προπομπός τα Μέγαρα. Η Αθήνα μυρίζει το ίδιο, κινείται το ίδιο, έχει το ίδιο χρώμα. Κάπου όμως υπάρχουν κρυφές γωνιές της. Τώρα το ξέρεις. Είσαι πιο σίγουρος από ποτέ, πως υπάρχουν. Κάπου στα σπλάχνα της πόλης, δεν είναι όλα γκρίζα. Σε ενα οικογενειακό τραπέζι, στα πεντηκοστά γενέθλια μιας αλλόκοτης κυρίας, στα ποδήλατα που διασχίζουν θαρραλέα τους δρόμους, στις δυο-τρεις φάτσες, που κάποιο ανεξήγητο λόγο σου έλειψαν. Αυτό και μόνο αρκεί. Να θέλεις να γυρίσεις.

Κωστής Κατσαρός