Ήταν γύρω στα 1950 που αποφάσισε σε μια νύχτα μέσα, να φύγει στα καράβια. Μούτσος. Ούτε σχολείο δεν είχε τελειώσει, πόσο μάλλον την σχολή του εμπορικού ναυτικού. Μέχρι τότε, από πιτσιρικάς ακόμα, και πριν κλείσει καν τα 18, είχε κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού, ή του χεριού, μιας και τα χέρια του έμοιαζαν για χέρια πολύ γηραιότερου άνδρα, γεμάτα ρόζους και πληγές, τραχιά κι άνυδρα. Πότε από τις λαμαρίνες, κάτω στα ναυπηγεία στο Πέραμα, πότε από το καλέμι και το μυστρί στην οικοδομή. Κουβαλούσε τον τενεκέ στον ώμο τρεις- τέσσερις ορόφους πάνω κάτω, δουλεύοντας στις πρώτες πολυκατοικίες που χτίζονταν τότε σε Αθήνα και Πειραιά. Οι ώμοι του ηλιοκαμένοι και γδαρμένοι, γυμνασμένοι απότομα από το βάρος. Καμιά φορά, μιας και δεν είχε αδέρφια, και τον πατέρα του τον φάγανε βρώμικα στον εμφύλιο οι εθνικιστές, ένιωθε πως κουβαλούσε στην πλάτη του την ίδια τη ζωή. Όχι μόνο τη δική του μάλιστα, αλλά και της μάνας του, μιας γυναίκας μικροκαμωμένης μα θαρραλέας όσο καμιά δεκαριά άντρες μαζί. Σαν έκλεισε τα 15 και μέχρι να πάρει την απόφαση να φύγει, μετά τη δουλειά τα βράδια, πήγαινε στο καφενείο κι έπινε κάνα ούζο με τους μεγαλύτερους, ακούγοντάς τους για ώρα να μιλάνε, να παίζουν τάβλι και πρέφα, πότε βρίζοντας, πότε καπνίζοντας ή πίνοντας μέχρι αργά το βράδυ, μα πάντα μονιασμένους από τη ζωή τους την ίδια. Φτώχεια στο καφενείο, φτώχεια τριγύρω στη γειτονιά και τα στενά της, μα αυτός θυμότανε πάντα τη μυρωδιά από το βασιλικό και τη μαντζουράνα, σε γλάστρες από βαρέλια κομμένα και τενεκέδες. Και τις νοικοκυρές και την ίδια τη μάνα του, που πηγαινοέφερναν πιάτα, άλλη με πίτα που είχε η ίδια φτιάξει, άλλη με ντομάτες ή κάνα αυγό δικής της παραγωγής και από κατω από όλα αυτά τόση αγάπη κι αλληλεγγύη. Σε μια μικρή κοινωνία που τηρούσε άθελα της πιστά, βασικές αρχές του αντιπραγματισμού μεγάλωσε, κι η μάνα του του έλεγε πάντα. Έξω στην αυλή, κάτω από την κληματαριά. '' Φτώχεια που την μοιράζεσαι, είναι ευτυχία γιόκα μου''. Αυτή την κατάρα φοβότανε. Τη μοναξιά. Τη φτώχεια την είχε συνηθίσει. Την αγαπούσε κιόλας λίγο, αφού τον έμαθε να εκτιμά. Και τώρα που είχε πάρει την απόφαση να φύγει, δεν ήταν η ανάγκη τόσο που τον έσπρωχνε, μα μια ακατανίκητη επιθυμία για τη θάλασσα. Ασχημάτιστο το νερό όπως εκείνος, ακανόνιστο, να ορίζεται από την στεριά και τους ανθρώπους.
Είχε ήδη βρει δυο- τρεις γνωστούς για να τον μπάσουν σε κάποιο βαπόρι. Τα είχαν κανονίσει όλα. Σε τρεις νύχτες, το βράδυ του Σαββάτου θα άραζε ένα γκαζάδικο με ελληνική σημαία και με αυτό θα την έκανε. Σάββατο βράδυ σαν έφτασε, αγχωμένος για τη μεγάλη φυγή, με την ψυχή στο στόμα, στάθηκε μια στιγμή και κοίταξε πίσω του. Τι αφήνει. Τη γειτονιά, τους ανθρώπούς της, το καφενείο, μα κυρίως τη μάνα του, την κυρά- Φωτεινή, που δεν της το ΄πε πως θα φύγει, γιατί ήταν σίγουρος οτι δε θα το άντεχε. Ήταν αδύναμη κράση άλλωστε, σχεδόν άυλη, έφερνε βόλτα όλο το σπιτικό, κάπου μεταξύ τούτου του κόσμου και του επόμενου.
Όλη του τη ζωή στα καράβια την πέρασε. Ποτέ δε γύρισε πίσω. Σε όλο τον κόσμο ταξίδεψε, Ασία, Αφρική, Αμερική. Κάθε μήνα έστελνε της μάνας του μια κάρτα κι ένα γερό κομπόδεμα για να έχει να περνάει. Μέχρι που έλαβε το γράμμα που έλεγε πως η κυρά-Φωτεινή είχε πεθάνει. Ούτε τότε δεν γύρισε στην πατρίδα. Μόνο κλείστηκε στην καμπίνα του κι έκλαψε πικρά κι αθόρυβα μέχρι που πιάσανε λιμάνι.
Κωστής Κατσαρός