Πάντοτε πίστευα πως ένας θάνατος υπό τον ήχο των τζιτζικιών μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, πριν προλάβεις να χορτάσεις τον ήλιο και τον συνηθίσεις κι αυτόν όπως όλους τους περασμενους έρωτες, και πριν προλάβεις να βρεις τις απαντήσεις για να κοιμάσαι ήρεμος τα βράδια και κυρίως πριν σκληρύνουν τα νύχια σου και φυτρώσουν τρίχες στα αυτιά και στα ρουθούνια σου, είναι μια κάποια ευλογία. Χειμώνας γαρ και το μυαλό μας πάντα στα καλοκαίρια.
Η πίστη μου αυτή, αυτή η ανόητη ιδεοληψία είναι ανόητη πράγματι. Αλλά όχι αδικαιολόγητη. Τουλάχιστον όχι απολύτως αδικαιολόγητη.
Επειδή ποτέ δεν είχα ακούσει το μελλον να με καλεί σε κάτι επώδυνο και αληθινό, σε κάτι με μεγάλο ρίσκο και ελάχιστη απόδοση.
Επειδή ποτέ δεν άκουσα τις φωνές απο τα παιδιά των παιδιών μας.
Κι οταν τις άκουσα κάποια νύχτα που τίποτα δεν είχε να ζηλέψει απο τις άλλες νύχτες, μιας κι οι νύχτες πάντα ισορροπούν ανάμεσα στην υπόσχεση και τη διάψευση, τότε σκέφτηκα και ευχήθηκα συνάμα πως θα είναι όμορφα να μιλάνε ακόμα οι άνθρωποι..σε δυο ή τρεις γενιές από τον καιρό μου..κι ας είναι και μια αλλόκοτη γλώσσα με άλλους κανόνες κι άλλη ορθογραφία.
Ας είναι σε μια γλώσσα που δεν την ξέρω και δεν την είδα και που οι λέξεις της είναι ηχητικοί και μόνο φθόγγοι, απρόσδιοριστοι για μένα και τον άνθρωπο του τώρα. Θα ακούγεται τουλάχιστον κάποια βοή στο αχανές του κόσμου.
Εύχομαι να έχει και κάποιο βάρος αυτή η βοή, δεν το κρύβω, να έχουν περιεχόμενο οι λέξεις και να συνδέονται με κάποιον τρόπο ακόμα με τη ζώη. Φοβάμαι όμως κι αντιφάσκω.. πως χωρίζει το σημαίνον απο το σημαινόμενο και τελικά παύει να υπάρχει…γιατί όλο και λιγότερες είναι οι προσωπικές παρεμβάσεις στο δίαχυτο και ενιαίο κοσμικό καμβά.. άρα κι οι επιλογές κι οι αναμνήσεις και οι συνειρμοί… Αυτό που θέλω να πω είναι πως μακάρι να υπάρχει αγάπη και αληλεγγύη και φωνή και καρδιά και πάθος κι ας είναι αγάπη δυστοπική και αληλεγγύη με νέους όρους ασύλληπτους για τον άνθρωπο του τώρα.
Φοβάμαι όμως. Και δεν το κρύβω. Τα βράδια, που πολύ τα αγαπώ, γιατι χωρίζουν τους ανθρώπους σε καλόυς και κακούς και σκέφτομαι αγκομαχώντας, γιατί πάντα δυσκολεύομαι να χωνέψω τα βράδια, πως απο τη συλλογίκοτητα σε μια στιγμή πάμε στην ατομικότητα και πάλι απο κει σε μια στιγμή στη μαζικότητα. Και πως υπάρχουν άνθρωποι που όντως μάχονται για ένα καλύτερο αύριο.
Η γη γυρίζει με το αίμα των αθώων και των νικημένων και τα τζιτζίκια το χαβά τους. Τραγουδούν ακόμη.. Κι αυτό είναι κάτι.