Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017

ΙΧΝΗ

έλα μια βόλτα
στους πράσινους κήπους
εκεί που τα δέντρα δεν έχουν σκιά
στον απαλό άνεμο
στον αθέατο κόσμο
στο βαθύ καφέ που έχει το χώμα
έλα μια βόλτα στην αστραπή

μην ανησυχείς
θα σε προσέχω
άλλωστε σβήνουνε γρήγορα τα ίχνη 
έχει κι εκεί θνητούς 

δεν θα μας καταλάβει κανείς

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Το νέο σπίτι είναι όμορφο. Το νέο σπίτι είναι άδειο. Πιθανότατα γι΄αυτό είναι όμορφο. Στο μικρό δωμάτιο έχει κούτες και μεγάλες πλαστικές σακούλες που χωρούν πολλά πράγματα. Στους υπόλοιπους χώρους έχει έπιπλα και ηλεκτρικές συσκευές, κάδρα και ράφια δεν έχουν κρεμαστεί ακόμα στους τοίχους. Δεν μου αρέσει να τρυπάω τους τοίχους, θα φέρω έναν άνθρωπο ειδικό γι’ αυτή τη δουλειά. Είναι ευλογία τέτοιοι άνθρωποι. 

Το νέο σπίτι είναι όμορφο. Έχει ένα γλυκό φως ακόμα και τις μέρες με συννεφιά. Στο μπροστινό μπαλκόνι η θέα είναι ανεμπόδιστη στη Φωκίωνος Νέγρη. Τη Φωκίωνος την περπάτησα πολλές φορές, πάνω κάτω, με τον πατέρα μου, από την πλατεία της Κυψέλης μέχρι το ΑΕΛΛΩ όταν ακόμα είχε μια άιθουσα και κόκκινη μοκέτα. Η καντίνα με τα ποπκορν και τη γρανίτα ήταν δεξιά από το εκράν, στο μπροστινό μέρος της αίθουσας, εκεί που συνήθως είναι οι έξοδοι κινδύνου κι έτσι μου έκανε εντύπωση αυτή η διαρρύθμιση. Δεν είχα σκεφτεί τότε πως για τους περισσότερους ανθρώπους είναι πιο χρήσιμη μια γρανίτα απο μια έξοδο κινδύνου.

Το νέο σπίτι είναι όμορφο. Το νέο σπίτι είναι στην Κυψέλη και την Κυψέλη την αγαπώ. Είναι μια μορφή πατρίδας η Κυψέλη, (το σπίτι της γιαγιάς μου ήταν επί της οδού Βελβενδού) όπως κάθε παιδική μνήμη κι ίσως ήταν γραφτό να επιστρέψω μια μέρα εδώ. 

Το νέο σπίτι είναι όμορφο και άδειο. Θα το γεμίσω. Σιγά σιγά. Δεν γεμίζουν βιαστικά τα σπίτια. Μόνο αδειάζουν βιαστικά. Είναι διαμπερές κι έτσι το ρεύμα αέρα που δημιουργούν τα αντικριστά ανοίγματα παίρνει κάποιες σκέψεις μαζί του· ευτυχώς γιατί μαζεύτηκαν πολλές. 

Μια μέρα θα αφήσω αυτό το σπίτι, την Κυψέλη, την Αθήνα. Μέχρι τώρα είναι η μόνη γυναίκα που δεν ξεπέρασα η Αθήνα. Μια μέρα θα την αφήσω όμως αφού είναι ο μόνος έρωτας της ζωής μου που εκπληρώθηκε και μόνο οι ανεκπλήρωτοι έρωτες κρατούν για πάντα, μια μορφή υπόσχεσης οι ανεκπλήρωτοι έρωτες.

Θα βρω μια μεγάλη έκταση γης εκεί γύρω στα δύο στρέμματα, σε έναν άγονο τόπο για να χω κάτι να ασχολούμαι, κάτι να προσμένω. Σε αυτό τον τόπο θα μιλάνε μια άγνωστη σε μένα, ανάδελφη γλώσσα, με σύντομους και περιεκτικούς φθόγγους που συμπυκνώνουν το νόημα της ζωής. Όταν βρέθω εκεί, γέρος πια, δεν θα ‘χω χρόνο για χάσιμο, δεν θα ‘χω χρόνο για ασήμαντα πράγματα.

Εκεί θα χτίσω ένα σπίτι. Στο κέντρο του οικοπέδου. Θα το χτίσω χωρίς βοήθεια από κανέναν. Με τα χέρια μου και την καρδιά μου. Θα δουλέψω τη γη, θα σκάψω, θα σπείρω μέχρι να μου κάνει τη χάρη η γη να μου παραδοθεί δίνοντας τους καρπούς της. Θα έχω συντροφιά μονάχα έναν σκύλο . Για όλες τις εποχές, τις μέρες της σποράς, τις μέρες του θερισμού.

Οι άνθρωποι θα με επισκέπτονται συχνά πυκνά, θα τους βλέπω να φτάνουν, να πλησιάζουν αργά από το στενό και ίσιο δρόμο, θα πατάνε κόρνα χαιρετώντας και εγώ θα αποκρίνομαι υψώνοντας το δεξί μου χέρι στον αέρα, τάχα πως δεν τους περίμενα και θα πίνουμε ενα καφέ, θα καπνίζουμε και ένα τσιγάρο, να θυμηθούμε τα παλία και τον καιρό που όλα μοιάζαν άφθαρτα, θα λέμε τα νέα μας και θα χαιδεύουμε τον σκύλο καθισμένοι σε πλαστικές καρέκλες.

Το νέο σπίτι είναι όμορφο. Το νέο σπίτι είναι άδειο. Έτσι φαντάζομαι είναι μια καινούρια ζωή. Άδεια. Κι ελεύθερη, γιατί δεν πρόλαβε να ηττηθεί. 


Πρέπει να μπουν τα κάδρα στους τοίχους. Πρέπει. Γιατί εγώ αγαπώ τις ερωτήσεις και χωρίς τα κάδρα έχει ηχώ.  Ακούω τη φωνή μου να επιστρέφει όταν σκέφτομαι μεγαλόφωνα. Μερικές φορές ξεχνιέμαι και απαντάω.

Τετάρτη 24 Μαΐου 2017

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

Eίδα ένα κορίτσι στον ύπνο μου. Ήταν ξανθό με γαλάζια μάτια. Το δέρμα της κόκκινο και λίγο ξεφλουδισμένο από τον ήλιο. Είχε φακίδες στο ύψος των μήλων και μια άσπρη στρώση αλατιού απάνω στους ώμους. Αυτό σημαίνει πως ήταν καλοκαίρι στο όνειρο, αν και δεν έχουν μεγάλη σημασία οι εποχές σε ένα όνειρο για ένα κορίτσι. 

Αυτό το ίδιο κορίτσι θα μπορούσε να έχει τα ίδια μάτια και ζυγωματικά και έναν αστείο σκούφο και να χιονίζει πίσω από την πλάτη της όπως την κοιτάζω και φοβάμαι μην στροβιλιστεί στον αέρα σα νιφάδα χιονιού. Στο όνειρο όμως ήταν καλοκαίρι και μετά από λίγο το φίλησα το κορίτσι. Πίναμε κάποιο ποτό με φυσσαλίδες στο πιο λάθος ποτήρι για τέτοια ποτά, αν και στα όνειρα κανένα ποτήρι δεν είναι λάθος.

Επίσης στα όνειρα - κι έχει μια αξία αυτό- έρχονται και μας βρίσκουν τα κορίτσια που θέλουμε, ένα παζλ φτιαγμένο από ανεπίστρεπτους έρωτες, φλερτ και περαστικές οπτασίες.

Εμένα ας πούμε πότε δε μου άρεσαν τα ξανθά κορίτσια και γι' αυτό έχει κάποια σημασία το κορίτσι στο όνειρο. 

Φορούσε ένα λευκό φόρεμα, μακρύ, σχεδόν έγλειφε την άμμο, δεν ήταν πολύ ψηλή, ήταν όμως αέρινη και διάφανη με ένα τρόπο και το φόρεμα της έγλειφε την άμμο και λερωνόταν στις άκρες. 
Έπειτα η άμμος έγινε κεντρική λεωφορός σε μια πόλη που θύμιζε την Αθήνα.
Και περνάγαμε λέει τα φανάρια πεζοί με πορτοκαλί ή και κόκκινο σαν απερίσκεπτοι έφηβοι ή σαν αυτοκίνητα. Τα αυτόκινητα όμως δεν έχουν ψυχή όπως και όλες οι μηχανές, ενώ εμείς στο όνειρο είχαμε περίσσευμα ψυχής έτσι όπως τρέχαμε και γελούσαμε. 

Θυμάμαι σαν τώρα δα το κορίτσι ξυπόλητο πότε να περπατά απάνω στο νερό πότε στο πεζοδρόμιο, και πότε πότε να αιωρείται λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος - αρκετά να   μπορεί να χαρακτηριστεί η αιώρηση πτήση - δεν περπάταγε πια.  Τη θυμάμαι να μου απλώνει το χέρι. Είχα κόντρα τον ήλιο και έβλεπα μόνο τη σκιά της.
Μέσα στην πόλη τα φανάρια φωτεινά, γυάλιζαν, και γυάλιζε και η άσφαλτος σα να είχε βρέξει δέκα λεπτά μονάχα και ήταν οι αντανακλάσεις των ανθρώπων, των φαναριών, των κτιρίων σα χυμμένα χρώματα. Και μέτα ξάφνου όπως συμβαίνει συνήθως με τα όνειρα, η ασφάλτος ήταν όντως γεμάτη με χρώματα χυμμένα και το κορίτσι έτρεχε πάνω τους χωρίς καθόλου να τη νοιάζει και λέρωνε το φόρεμά της. 

‘Οταν μετά από λίγο βρεθήκαμε μπροστά σε ένα μπουφέ δίπλα σε μια πισίνα, το φόρεμα ήταν και πάλι κατάλευκο κι εγώ κατάλαβα πως ήμασταν σε κάποιο γελοίο ιβέντ, γλέντι γάμου, άδειο από αγάπη και κάβλα ικανή να σε κάνει να πιστέψεις πως γίνεται να υπάρχει ένας για σένα άνθρωπος σε αυτόν τον αλύτρωτο κόσμο.
Ήταν πολύς κόσμος γύρω από τα τραπέζια του μπουφέ αλλά μόνο εμείς φτάναμε να φάμε, εγώ και το κορίτσι. Οι υπόλοιποι συνδαιτημόνες χοροπήδουσαν σαν τα σκυλιά ανάμεσα στα πόδια μας αλλά δεν έφταναν τα χέρια τους να αρπάξουν ούτε πέτσα, ούτε μια μπουκιά ψωμί.

Το κορίτσι έτρωγε με μανία κι ήταν ακόμη όμορφο, σα να 'γινε κι η λαιμαργία όμορφη απάνω της, με εκείνη την ομορφιά που έχουν μόνο τα αμαρτήματα. 

Έτρωγε κι ανάμεσα στις μπουκιές μιλούσε ασταμάτητα. Δε θυμάμαι τη φωνή της μα πρώτα είπε κάτι σαν αυτό “μόνο εμείς φτάνουμε το φαγητό, μπορεί να είναι γιατί είμαστε ερωτευμένοι”. "Μα μόλις σε γνώρισα" έιπα. "Ναι αλλά είμαστε σε όνειρο" συνέχισε, "και στα όνειρα όλα μπορούν να συμβούν". Μου το είπε σα να το 'χα ξεχάσει κι ίσως και να 'χα ξεχάσει πως είναι να ζεις σ' ενα όνειρο. Κι έπειτα μου είπε ξαφνικά και το πρόσωπο της θάμπωσε και ένα δάκρυ γυαλιστερό, πιο γυαλιστερό από διαμάντι, της έσχισε το δεξί της μάγουλο.

“πρέπει να φύγω σύντομα, έχω και τις δίδυμες, είναι στο σπίτι, γεννήθηκαν 5 χρονών, κανονικά κορίτσια, με κοτσιδάκια και φορέματα, έτσι βγήκαν”

Τη φίλησα και ένιωσα να ραγίζει το δέρμα της σα να 'ταν από πορσελάνη, μέχρι που έγινε κομμάτια στα πόδια μου μπροστά και οι καλεσμένοι με κοίταζαν σα να 'χα κάνει ζημιά κι ήμουν λεει ξανά 10 χρονών με κόκκινα μάγουλα έτοιμος να βάλω τα κλάμματα γιατί την είχα κάνει τη ζημιά και με έπιασαν επ’ αυτοφόρω.

Το κορίτσι θα 'ταν δε θα 'ταν 25 χρονών, όμορφη και περαστική σαν αμυγδαλιά στην καρδιά του χειμώνα ή σαν κύμα ένα απογεύμα στο τέλος του καλοκαιριού εκεί κοντά στα μέσα του Σεπτέμβρη, που στις καρδιές μας είναι καλοκαίρι, γιατί έχει 5 μήνες το καλοκαίρι στα μέρη μας, δεν υπακούσαμε στις εποχές έτσι απο γινάτι σε αυτόν εδώ τον τόπο.

Το κορίτσι. Όλα γι αυτό γίνονται. Περαστικό και άπιαστο, ελεύθερο και ωραίο έγινε κομμάτια και δε θα το ξανασυναντήσω αλλά μοιραστήκαμε το όνειρο και πως να το ξεχάσω..

Αν όλα πάνε στραβά και ξαναβρεθούμε μέσα στον κόσμο πια κι όχι στο όνειρο δε θα μιλήσουμε ο ένας στον άλλο, πως να γνωριστούμε τόσο διαφορετικοί και αλλαγμένοι..χίλια βήματα εγώ, χίλια κι αυτή μέσα στη ζωή θα είμαστε άλλοι άνθρωποι. Δε θα πούμε κουβέντα. Καλύτερα έτσι. Μόνο μέσα στη σιωπή οφείλει να ζει ένα όνειρο.

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Ο ΣΚΥΛΟΣ

Θέλω να δω μέσα απ' τα μάτια του σκύλου

Γιατί ο σκύλος δεν είναι άνθρωπος κι αυτό μεμιάς αλαφρώνει το βήμα μου

Μέσα σε λάσπες να κυλιέμαι

Να μασουλάω στο πάτωμα

Να τινάζω τη ράχη μου

Να κάνω σταγόνες νερού να αιωρούνται σαν υγρά κοντινά αστέρια

Να αγαπώ με αφοσίωση

Μέχρι την τελευταία πνοή

Να περιμένω, γρατζουνώντας την πόρτα ή τρώγοντας τα έπιπλα στις άκρες τους

Να κοιμάμαι ανάμεσα σε μαξιλάρια και παιχνίδια

Θέλω να δω μέσα απ' τα μάτια του σκύλου

Να αρχίσω ένα ταξίδι για μια μονάχα μυρωδιά

Πότε μυώδης και πότε νωχελικός

Να νιώσω τη μύτη μου υγρή να με καλεί να τρέξω

Να νιώσω τις τρίχες στη ράχη μου να ορθώνονται σκληρές και να τρυπάνε

Να δείξω τα δόντια μου αγριεμένος

Έτοιμος να ριχτώ στον καβγά γι' αυτούς που πρέπει

Να γλείψω πληγές και απλωμένες παλάμες

Να είμαι όμορφος όπως όλοι οι σκύλοι

Αντί για πρόσωπο να έχω μουσούδα

Θέλω να δω μέσα απ' τα μάτια του σκύλου

Κι όλος ο χρόνος να συμπυκνωθεί,

να αρκούν 10-12 χρόνια να ειπωθούν ζωή

Θέλω να δω μέσα απ΄τα μάτια του σκύλου

Εξημερωμένο θηρίο πια

Να αγαπήσω για πάντα

Με αφοσίωση

Μέχρι την τελευταία πνοή μου