Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Η ΚΟΠΕΛΑ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΘΑ ΒΡΕΙ ΚΑΠΟΙΟΝ ΝΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗΣΕΙ

Η κοπέλα με το ποδήλατο, θα βρει κάποιον να την αγαπήσει. Κι όχι το δρόμο της. Η κοπέλα που έμαθε ποδήλατο στα 36, και καλπάζει στο άγνωστο με γόβες, να κλειδώνει το τακούνι στο πετάλ. Να σφίγγει τα χέρια της στο τιμόνι, κάνοντας ορθοπεταλιές στον ύπνο της. Κι είναι ξαφνικά 40. Σα σταγόνες που κολλούν στο σκελετό από μέταλλο τα χρόνια. Γλιστρούν παραμορφωμένες προς τα πίσω, μικρές στάλες, που αλλιώς πέφτουν από τον ουρανό κι αλλιώς καταλήγουν. Δανεικά τα χρόνια.
Η κοπέλα που κοκκινίζει στη δουλειά κι ιδρώνει και κολλάνε πάνω της, τα σατέν, σεμνά μπλουζάκια της, και την κόβει και λίγο το σουτιέν, καθώς κάνει να φτάσει τους φακέλους, στο αρχείο. Που οι φούστες της πάντοτε, αυστηρά 5 πόντους πάνω το γόνατο, την κολακεύουν και το ξέρει. Και πνίγει την ανασφάλεια, στο νερό που στίβει απο τη μοναξιά.
Η κοπέλα με το ποδήλατο που γυαλίζει στον ήλιο, μα πιο πολύ γυαλίζει τις βροχερές ημέρες, που έχουν άπλετο φως μόνο στην Αθήνα. Το φως που διαχέεται στην Πανεπιστημίου και την Ασκληπιού, και διαλύει τη βουβαμάρα της πόλης, που φωνάζει μα δεν ακούγεται τίποτα. Τίποτα. Που βρυχάται, πληγωμένο θηρίο. Ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς..
Η κοπέλα με το ποδήλατο, θα βρεί κάποιον να την αγαπήσει κι ας προκαλέσει ατύχημα, κι ας ψάχνει τα τσιγάρα της 2 ώρες μέσα στην τσάντα, και σκέφτεται όσο το κάνει, πως είχε πει πως θα το κόψει το ρημάδι, κι έχουν περάσει 2 χρόνια από τότε. Στην τσάντα πριν το πακέτο βρίσκει κι άλλους στόχους κι άλλες υποσχέσεις. Τα χέρια της τα προσπερνούν, και αναζητούν τη λύτρωση στον καπνό.
Η κοπέλα με το ποδήλατο θα βρει κάποιον να την αγαπήσει. Κι αν όχι θα έχει ταξιδέψει πολύ μέσα στον κόσμο. Στις ξένες αγκαλιές, και σε δρόμους που γλιστράνε, αγκομαχώντας στις ανηφόρες, αφήνοντας τα χέρια στις κατηφόρες, σαν κομήτης σε 2 τροχούς.


Κωστής Κατσαρός


Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

EMPIRE STATE BUILDING

Θέλεις να ξεκινήσεις περπατώντας για την άκρη του κόσμου, εκεί που οι πάγοι, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, δε λιώνουν, αλλά έπρεπε κι αυτό το προνόμιο να τους το στερήσουμε. Ο αδηφάγος άνθρωπος, ο άνθρωπος κατακτητής, ο άνθρωπος εξερευνητής. Μια ακατάσχετη καταστροφική δύναμη ο άνθρωπος. Θέλεις να κολυμπήσεις όλο τον ωκεανό, χωρίς γραντζουνιά, χωρίς αμυχή, να θυμίζουν το ταξίδι, ανάμεσα στα πελώρια κύματα και τα άγνωστα θηρία της αβύσσου. Κι έπειτα ξεκούραστος, να βγεις στα πεζοδρόμια της Νέας Υόρκης γυμνός και να σκαρφαλώσεις με γυμνά χέρια στο Empire State Building, ένα- ένα τα παράθυρα, ένα- ένα τα πατώματα, μέχρι την ψιλόλιγνη κεραία, και να σταματήσεις μονάχα όταν όλο το κτίριο είναι πια από κάτω σου. Κι έπειτα να δώσεις ένα σάλτο και να προσγειωθείς στην 5η λεωφόρο, το κέντρο του κόσμου, γυμνός ακόμη και να χτυπήσεις το καμπανάκι της Wall Street, λίγα τετράγωνα μακρυά, και να περιφερθείς ανάμεσα τους ξυπόλητος, ανάμεσα στα γραβατωμένα ανδρείκελα και τη φρενιτιδά τους, γνωρίζοντας πως κανείς τους δε θα σε προσέξει να περνάς. Να κατουρήσεις στη γωνία σε κάποιο φυτό, να κοιμηθείς ήρεμα, στο τέλος της ημέρας, εκεί που χωρίζει η λήθη απ΄τη μνήμη, κάτω από τις γιγαντό-οθόνες στην Times Square.
Γιατί δεν έχεις τίποτα να κρύψεις κι έισαι άνθρωπος που ενάγει έντιμο βίο, και δεν αφήνεις τις συσκευές στο stand- by, και ξεχωρίζεις την ανακύκλωση κι όλα τακτικά τα κάνεις.
Και μια άλλη μέρα, να σκαρφαλώσεις τα σύννεφα μέχρι πάνω. Να πιαστείς από ένα χαμηλό, κοντά στην κορυφή του βουνού και να σκαρφαλώσεις μέχρι πάνω, να κάνεις μια στάση και να κυλιστείς στο κάτασπρο στρώμα τους, να παίξεις μαξιλαροπόλεμο με το κορίτσι σου, σε μια στιγμή ''θεαματικής'' χαράς. Σε μια ενσταντανέ στο σελιλόιντ, που ακόμα μυρίζει δολλάρια. Να δεις τη γη σαν μπλε μπάλα, μυστήρια στηριγμένη στο μαύρο, έναστρο κενό, σε ένα ατέλειωτο κοσμικό παιχνίδι, κι εσύ να αναπνέεις κανονικά, γιατί είσαι άνθρωπος κι οι άνθρωποι όλα τα μπορούν. Να δώσουν το χέρι τους να πιαστείς, να κόψουν το χέρι που απλώνεται για βοήθεια. Να αγκαλιάσουν σφιχτά και να πνίξουν. Να άναψουν τον κόσμο με φώτα πολύχρωμα και να τον κάψουν σε πολύχρωμες φλόγες και γιγάντια μανιτάρια. Να νοιαστούν και να αδιαφορήσουν. Γιατί όλα οι άνθρωποι τα μπορούν. Το καλό. Το κακό.
Κι εσύ ακόμα συνεχίζεις να θες, να τρέξεις, στα δάση του Αμαζονίου, στους παγετώνες των Άλπεων, στις θίνες της ερήμου. Σαν αγρίμι αγέρωχο, σαν άνθρωπος. Και σε πιάνει η ψυχή σου όταν σκέφτεσαι το μέγεθος του σύμπαντος και νιώθεις μοναξιά, ανάμεσα σε άλλα 6 δις ανθρώπους, που σου μοιάζουν, αλλά δεν είναι εσύ. Και σε πλακώνουν μονομιάς, όλες οι πολυκατοικίες της Αθήνας, ατάκτως ειρημμένες, στο αττικό λεκανοπέδιο και το στήθος σου.
Να πάρεις φόρα, και να πηδήξεις επάνω στον πύργο Απόλλων, στην Πανόρμου, και να αφουγγραστείς την πόλη από κάτω, και να ΄χεις λέει, τη δυνατότητα να απομονώνεις κουβέντες και γέλια και κλάμματα και φωνές και βία λεκτική, που σπάει κόκκαλα, αφού η γλώσσα είναι ο πιο δυνατός μυς του σώματος, και σε μια στιγμή μέσα, όλα, και τα δάση του Αμαζονίου, κι οι ωκεανοί με τα θηρία τους, κι η Νέα Υόρκη, κι η έρημος, κι η όμορφη Αθήνα, να απλώνονται στο κρεβάτι σου μικρόκοσμος.
Γιατί είσαι άνθρωπος. Και ονειρεύεσαι. Γιατί είσαι άνθρωπος κι όλα τα μπορείς. Γι΄αυτό σου λέω, πρόσεχε. Το νου σου.

Κωστής Κατσαρός

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Η ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ PLANET OF ZEUS

Μεγαλώσαμε. Και μυαλό δε βάλαμε. Ο ρομαντισμός μας δε μειώθηκε, ούτε στιγμή. Στιγμή, όπως σημείο. Οι αναμνήσεις της μετεφηβικής ραστώνης μας, της "παιδικής" μας κρεπάλης δεν είναι μνημεία, δεν είναι τύμβοι, είναι μικρά ή μεγάλα τρόπαια. Τρόπαια που κρατούν ζωντανή (πιθανόν με μηχανική υποστήριξη ώρες - ώρες) , την ελπίδα μας, για ένα ανώριμο, ανέμελο μέλλον, που το ίδιο το ροκ, είναι πάντα πιο σημαντικό από τα φράγκα. Τρόπαια που κρατούν ζωντανή την κινητήριο δύναμη, πίσω από κάθε δημιούργημά μας, πίσω από κάθε πνευματικό μας τέκνο, πίσω από τα αποκυήματα της φαντασίας μας, που γεμίζουν άδειες σελίδες με σημεία αλλόκοτα, όχι των καιρών , δικά μας. Άλλοτε λέξεις, άλλοτε νότες. Πίσω από το blog μου,τους PLANET OF ZEUS, τους FINGERS, τους CUBE (που ευτυχώς δεν έχουν ακόμη βγάλει δίσκο) , τα μετέωρα απογεύματα του Γιώργη κάπου στα Πατήσια, με χέρια ιδρωμένα λίγο πριν την έγκριση ή το κατακεραύνωμα του δασκάλου. Πίσω απο τις κινηματογραφικού τύπου (μίνι για την ώρα) ωδές του Πάσσαρη, του Χαλικιά, του Δημήτρη του Τζέτζα, που τόσο άλλαξε και δε χαμηλώνει πια τον ενισχυτή του Μηνά, που με τη σειρά του τώρα κλείνει 9ωρα μελέτης κι έχει πάρει τη βλαχιά του βόλτα μέχρι τη Νέα Υόρκη και το Βασίλη το Σαρακήνο (πάλι με "η") , που ονειρεύεται μια νέα βιομηχανία μουσικής πλουτοκρατική στον ελάχιστο ικανό βαθμό. Μόνα τους όλα αυτά , λόγοι για την πλήρη αποτυχία μας. Συνθετικά όμως ιδωμένα, ειπωμένα, η πλήρωσή μας. Αυτό είναι που μετράει, αυτό που τα ενώνει όλα. Η αγάπη των φίλων. Μόνα τους μπορεί να μοιάζουν αδιάφορα, μπορεί μικρά, μαζί όμως είναι δήλωση, κατάθεση. Είναι παρουσία σε μέρες κατά τις οποίες η απουσία μοιάζει προτιμότερη. Κατάθεση λοιπόν, κατάθεση ψυχής, φράση που αποφεύγουμε , εγώ και οι σύγχρονοί μου, λες κι είναι ντροπή ή διέπεται από κάποια ασυγχώρητη γραφικότητα , το να δίνεις την ψυχούλα σου για κάτι.
Αφορμή για όλα αυτά , παραδόξως ή μη , είναι αυτό το live των PLANET , παραμονή χριστουγέννων. Ο λόγος απλός. Για πρώτη φορά ,δεν έπαιζαν για τους φίλους από κάτω , συνειδητοποίηση (μάλλον δική μου) οδυνηρή για τους φίλους , που φόνευσε άθελά της την απόλυτη αθωότητα, δεσμών ανεξερεύνητων ανάμεσα στους φίλους επάνω στη σκηνή και σε αυτούς από κατω. Οι PLANET εκείνη τη βραδιά , δεν έπαιξαν για κανέναν, με την καλύτερη έννοια που μπορεί να έχει αυτή η δήλωση. Απλώς έτυχε να βρεθούν στο διάβα τους , πιτσιρίκια (κάθε ηλικίας) , κρεμασμένα σαν ανθρώπινα τσαμπιά, να χτυπιούνται, να κοπανιούνται , χωρίς ίσως να είναι σε τόσο μεγάλο βαθμό κοινωνοί, αυτού που γινόταν επάνω στη σκηνή. Δεν ήταν ο αψεγάδιαστος ήχος , ούτε ο επαγγελματισμός. Ήταν απλά το ροκ (το μέταλ για μένα) , αλλά το ροκ-μέταλ των PLANET , αυτό που κάνει το ένα μέτρο που χωρίζει τη σκηνή από τον υπόλοιπο χώρο, να μοιάζει χιλιόμετρο. Γιατί όταν κάτι παρασέρνει δεν κάνει διακρίσεις, δε ρωτά. Και ήταν αυτή η φορά (πάλι δική μου εντύπωση) που το δημιούργημά τους ξέφυγε απο τον "έλεγχο" της ευρύτερης παρέας και τον δικό τους. Δεν το καταξίωσαν οι φίλοι. Το καταξίωσαν άγνωστοι. Κι όσο κι αν αυτό μοιάζει η αρχή για μεγάλους μπελάδες κι άλλα νταραβέρια κι άλλες προτεραιότητες, είναι η πιο μεγάλη καταξίωση από όλες. Το τέλος της ερασιτεχνικής ιδιότητας, που στα δικά μου μάτια, σημείωθηκε από εκείνη τη βραδιά στο ασφυκτικά γεμάτο ΑΝ, σκοτώνει ενίοτε την αγνότητα, γεννά όμως μεγάλα πράγματα. Όταν αυτοί (οι PLANET) , εμείς, έχουμε κάτι να πούμε. Κι έχουμε θαρρώ.

Κωστής Κατσαρός



Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ....ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΑΛΛΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ

Αβεβαιότητα και ξερό ψωμί. Κι όχι καλώς εννοούμενη. Αβεβαιότητα που συντρίβει, που συνθλίβει τα όνειρα, κι επ΄ουδενί λόγω δεν τα τροφοδοτεί, μέσα στο μετέωρο της. Ορισμένες φορές, συγχρονίζονται οι αναχωρήσεις, τα συναισθήματα εγκατάλειψης, ανασφάλειας. Κι οι γνωστοί γίνονται φίλοι, κι οι φίλοι, πιο φίλοι, κι οι άγνωστοι παραμένουν άγνωστοι, γιατί δε φτάνει μέχρι εκεί το άνοιγμα μας και το πνεύμα των γιορτών. Μια δόση εγγύτητας εμφανίζεται κι αυτή, τόσο που να μην πονάει, να μην πληγώνει, να μην αποκαθηλώνει, να μη ξεβολεύει αδερφέ. Γιατί το ξεβόλεμα ειναι δύσκολη υπόθεση, όταν η ζωή είναι τόσο μικρή. Και το ξεβόλεμα ειναι μεγάλη υπόθεση, όταν η ζωή είναι τόσο δύσκολη. Και τί να τα κάνουμε τα όνειρα? Εμείς έχουμε τη ζωή. Παντεσπάνι τα όνειρα εν προκειμένω.
Είπε λέει, μια μέρα η αδερφή μου, είτε στο ονειρό μου, έιτε κάποια στιγμή που δεν κοιμόμουν, να μη ξεκόβω απ΄το συναίσθημα όταν γράφω. Πως να ξεκόψω...? ήθελα να πω και δεν το είπα. Και να ΄μαι τώρα γράφω και παίζω με τις λέξεις, αυτάρεσκος γαρ, μα με το όπλο της ευαισθησίας να κρύβει τις άγριες γωνιές μου. Και θα ΄χω πάλι κανα- δυο like, και θα μου λέει ο Βασίλης(ναι ο Σαρακήνος)- δεν πολυκατάλαβα Κωστή- κι εγώ θα φουσκώνω τα στήθη σαν κοκκόρι, ιδίως με το Βασίλη που δεν κατάλαβε. Κι ο μαλάκας ο Σεραφείμης θα σταθεί σε μια λέξη, με έναν υπαινιγμό ολότελα δικό του, κι ο Μηνάς θα πεί- εγώ δε τα μπορώ αυτά, να γράψεις κάτι μεγάλο κι ο Γιάννης πως του αρέσει να με διαβάζει. Και μετά από όλα αυτά θα το συζητήσω με τη μικρούλα στο Skypes, και θα καταλάβω ακριβώς πριν το κλείσουμε πως όλα γι΄αυτό γίνονται. Για εκείνη κι όσους αγαπώ. Άντε και για μένα, που και μένα μ΄αγαπώ και δεν το κρύβω. Κι έχω ενα μικρό άγχος για το στρατό και το κείμενο για την καταξίωση των PLANET OF ZEUS , που είναι ακόμα, μια σούπα από λέξεις.
Κι άλλες λέξεις που σκορπίστηκαν στα χαλάκια του αυτοκινήτου και δίπλα στις "μπαγκέτες" για υαλοκαθαριστήρες και φώτα, που κάποιες τις πάτησα νομίζω, όταν σταμάτησα, να περάσει αυτή η γιαγιά, μικροσκοπική, με ένα χαμόγελο λες κι είχε ακόμα 200 χρόνια να ζήσει. Εμείς μπορεί και να 'χουμε σκέφτομαι. Κάτι τα βλαστοκύτταρα, κάτι η μετοίκηση σε άλλους πλανήτες, αν όχι εμείς τα παιδιά μας. Κι είναι η μόνη ευκαιρία όλο αυτό, εγώ γίνομαι μελό, αλλά αυτό ακόμη, η μόνη ευκαιρία είναι, κι ας λέει ο Χάσαν, κι όχι λανθασμένα Χασάν, πως δε μπορεί- κάπου θα πηγαίνουμε μετά το αναπόφευκτο. Εγώ δεν τον πιστεύω το Χάσαν. Και παγιδεύομαι ακόμα με τις λέξεις, τις τελείες κι όλα αυτά, γι΄αυτό τελειώνω αυτό το κείμενο εδώ.

Υ.Γ. Για σένα Γιώργη, δεν έγραψα για τις αντιδράσεις σου, γιατί αποθεώνεις το φίλο, τις περισσότερες φορές, και θα ΄μοιαζε σικέ.

Κωστής Κατσαρός