Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

TO XIONI

Αθήνα. Μεσημέρι. Χιονιάς. Ο ίδιος δε χρησιμοποιούσε αυτή τη λέξη, αλλά από τότε που πέθανε η γιαγιά του, τα γράμματα ενώνονταν μαγικά, τη σχημάτιζαν. Του ερχόταν συχνά στο μυαλό, σχεδόν συνώνυμη με την απώλεια πια. Πολύ κρύο για Αθήνα σκεφτόταν. Ήταν απότομη αλλαγή, αλήθεια, είκοσι βαθμοί κάτω, σε δυο μέρες μέσα. Έσκαγε το δέρμα του στα χέρια, κοντά στους χόνδρους, στα μικρά όρη της συνείδησης, όπως έλεγε ο πατέρας του, γύρω από τους καρπούς, τα χείλη κολλημένα, ραμμένα μεταξύ τους, κι αυτός όλος ένα χρώμα, κοντά στο λευκό. Στο φως θα έλεγε κανείς πως φαινόταν γαλάζιος, διάφανος, σα να τον τρύπαγε από άκρη σε άκρη. Και το φως και το κρύο.
Αθήνα. Μεσημέρι. Χιονιάς. Αλλόκοτος καιρός. Δε θυμόταν ποτέ -10 στην Αθήνα. Γι΄αυτό έτρεχαν όλοι, σε φρενίτιδα, στα σούπερ μάρκετ να πάρουν προμήθειες. Έλεγαν οι ειδήσεις πως θα κρατήσει μέρες η κακοκαιρία. Κι έτοιμοι όλοι για πόλεμο. Εικοσάδες τα χαρτιά, τα γάλατα, δυο-δυο οι φραντζόλες το ψωμί. Κάτι αυτό, κάτι τα χριστούγεννα σε λίγες μέρες. Υπερβολικός κι ο Έλληνας απ΄τη φύση του.
Είχε απέχθεια για τα χριστούγεννα. Για τις γιορτές γενικά δηλαδή. Άλλωστε οι δικοί του όλοι μακρυά. Οι γονείς του στην Καστοριά, οι φίλοι στην Αμερική, σε Νέα Υόρκη και Λος Άντζελες μοιρασμένοι. Μια οικογένεια απλωμένη στον κόσμο. Κι αυτός μόνος του τα τελευταία δυο χρόνια. Μόνος του. Για κοπέλα ούτε λόγος. Μόνο τυπικές, αμήχανες, νευρικές κουβέντες στα διαλείμματα της δουλειάς, με τις γυναίκες συναδέλφους. Κι αυτός μόνος του. Πως να μην έχει απέχθεια?
Διέσχισε τη Σταδίου κι έπειτα την Ακαδημίας, αργά, αγκυλωμένος από το χιόνι και τον αέρα. Η τριάδα των ιστορικών κτιρίων, στεκόταν βουβή, άχρωμη, όμορφη, σκεπασμένη από χιόνι. Παρατηρητές τα κτίρια. Αυτό τριγύριζε στο μυαλό του που ίσα- ίσα λειτουργούσε κάτω από το μάλλινο σκούφο του, τυλιγμένος μέχρι τα αυτιά, μόνο τα μάτια του ξεχώριζαν, κατάμαυρα και μικρά, καρφωμένα στη βάση του κρανίου. Μια σκέψη απλή. Τα κτίρια βουβά, παρατηρούν. Κι όταν θα φύγω αυτό θα κάνουν.. Σε σκέψεις τέτοιες μπλεγμένος, παράδοξες, για κτίρια παρατηρητές, ανθρώπους ακτινογραφίες, λαίμαργους, ξεπεσμένους άγιους βασίληδες, έψαχνε για ταξί. Σίνα και Ακαδημίας γωνία. Περίμενε ώρα ή ο χρόνος είχε παγώσει κι αυτός. Ίσα που τον κράταγαν τα πόδια του. Ζωσμένος πολεμιστής, το λάπτοπ στην ειδική τσάντα του- ασπίδα, κάτι σακούλες- πλαστικές βόμβες- με λίγα ψώνια, καθημερινά ψώνια, όχι για τις γιορτές. Είχε απέχθεια για τις γιορτές. Μόνος του αυτός. Πως να μην έχει?
Έκανε για πολλοστή φορά σήμα με το χέρι του κι ένα ταξί κατακίτρινο, φωτεινό, πιο κίτρινο από ποτέ, σταμάτησε μπροστά του. Κόμπλαρε για λίγο με την απρόσμενη τύχη του. Πάντα περίμενε περισσότερο, πολύ περισσότερο. Μα δεν κουνιόταν βήμα. Σίνα και Ακαδημίας γωνία. Παρασκευή μεσημέρι, πήξιμο, που ταξί? Μπήκε δειλά, παλεύοντας με αυτά που κουβαλούσε και κάθισε στην πίσω θέση. Ζωσμένος ακόμα τις τσάντες, τυλιγμένος μέχρι τα αυτιά. Το καλοριφέρ στο ταξί, στο φουλ, κι αυτός κουκουλωμένος. Σαν αισθητικός τρομοκράτης, μόνο τα μάτια του φαίνονταν. Μίλησε μέσα από το κασκόλ. "Ζωγράφου, στη λεωφόρο Παπάγου, στο ύψος της Γαρδένιας." Οι λέξεις του κοφτές, παγωμένες. "Μάλιστα", απάντησε ο ταξιτζής, ένας μεσόκοπος κύριος, ευγενική φιγούρα, αταίριαστη με το φόντο, πιο πολύ με μπάτλερ έμοιαζε. Το ταξί μύριζε κάτι ανάμεικτο, από το αρωματικό που έσπρωχνε μεθοδικά ο ζεστός αέρας της θέρμανσης, δέρμα, καινουργίλα.
Σε όλη τη διαδρομή κοίταζε από το παράθυρο. Το πλήθος παγωμένο, γιορτινό, παγωμένο, γιορτινό, σε μια εναλλαγή χωρίς ανάσα. Σαν τα φανάρια. Σε ένα από τα τόσα που ήταν φυτεμένα στο κέντρο της πόλης, είδε από κοντά, σχεδόν μπορούσε να αγγίξει, το πρόσωπο μιας μητέρας, ακίνητο, φανερά να σκέφτεται πώς θα τα βγάλει πέρα φέτος, τα λεφτά για τα δώρα του μικρού, κι έπειτα την ακινησία του να σπάει, θαρρείς σε λίγα δευτερόλεπτα, από το τράβηγμα του μικρού στο παλτό της. Και γύρισε και τον κοίταξε τον μπόμπιρα, με υγρά μάτια, σαν από πάχνη πρωινή, με κάτι μάτια, και του χαμογέλασε κι εκέινου μέσα στο ταξί, του πάγωσε η καρδιά του, του σφίχτηκε και σα να σταμάτησε για λίγο. Κι αφού άναψε το πράσινο, γύρισε πίσω και συνέχισε να κοιτάζει, ανάμεσα στις γραμμές απο το πίσω τζάμι, σα να διάβαζε παραμύθι αυτοσχέδιο.
Στα επόμενα τριακόσια- τετρακόσια μέτρα, το ταξί σταμάτησε στο νεύμα μιας κοπέλας. "Ζωγράφου", ψέλλισε. "Πλατεία Γαρδένιας". "Εκεί πάμε",απάντησε ο ταξιτζής, με κατεβασμένο μια ιδέα το παράθυρο. Η κοπέλα προς έκπληξη του, άνοιξε την πίσω πόρτα κι όχι την μπροστά και κάθισε δίπλα του. "Δε νιώθω άνετα να κάθομαι μπροστά", του είπε ψιθυριστά, σαν παιδικό μυστικό. Αυτός χαμογέλασε ηλίθια, πράγμα που για καλή του τύχη δε φάνηκε πίσω από το μάλλινο φεστιβάλ που κάλυπτε το προσωπό του, και γύρισε απότομα από την άλλη. Το μόνο που πρόλαβε να συγκρατήσει ήταν τα μάτια της που κάθονταν πάνω σε μια κατακόκκινη μύτη, σαν ψεύτικα. Και κάτι ακόμα. Αυτό όμως τον έκανε να μετακινηθεί στην άλλη άκρη. Πως εκείνη μύριζε χριστούγεννα. Δε μπορούσε να γίνει πιο ξεκάθαρο μέσα του. Μύριζε χριστούγεννα. Το χιόνι έξω δυνάμωνε. Το κρύο έμοιαζε απειλητικό. Στο ίδιο ταξί. Δυο γείτονες από καιρό, επιτέλους θα γνωρίζονταν.

Κωστής Κατσαρός

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

ΤΣΙΓΑΡΟ

Οι σταθμοί των τρένων μελαγχολικοί. Λες και συνωμότησαν οι υπεύθυνοι. Για το γκρι, τις λάμπες φθορίου, σαν τεράστια τουαλέτα. Να δακρύζουν οι αγαπημένοι στην αποβάθρα, να λαμπυρίζουν τα δάκρυα, από φώσφορο φτιαγμένα, να σφίγγεται η καρδιά σου. Ένα τσιγάρο βιαστικό, στη ζούλα, κολλάει στα χείλη, από το κρύο, τα ματώνει λίγο στις άκρες. Με τρεμάμενα χέρια, χέρια παγωμένα το έστριψες, με απροσδόκητη φροντίδα, να το χαρείς. Να μην πετάξεις τη στιγμή στα σκουπίδια, να βάλει τα πράγματα στη θέση τους ένα πράγμα, αφού το στομάχι σου είναι τώρα στα πόδια σου. Το πατάς. Μπλέκεται την ώρα που σέρνεις τη βαλίτσα σου. Να σέρνεις εσύ μπροστά, να ξεριζώνεται η αποβάθρα από πίσω. Τα κορδόνια σου λύνονται, να σταθείς να τα δέσεις. Μη γυρίσεις πίσω με λιγότερα δόντια και γελάν οι φίλοι σου και σε πειράζουν. Εσένα πάλι, δεν σε πειράζει. Το φαντασιακό σύμπαν απέραντο, άπειρο, σαν το πραγματικό και ξάφνου με αυτή την σκέψη, που τη γράφεις κιόλας, βουτάς βαθιά. Για το περασμένο της ώρας. Κι οι ράγες μυρίζουν βροχή, κι έχουν σίγουρα πάνω σημάδια. Από το ασταμάτητο σούρτα-φέρτα των μεταλλικών, βαριών βαγονιών, που τους δίνει ζωή το κοπάδι των ανθρώπων. Μας τα έκοψαν όλα, σκέφτεσαι. Να μας κόψουν και το τσιγάρο? Κι ο τονισμός των ιταλικών λέξεων στα μεγάφωνα αντηχεί, μεθοδικός, μελωδικός, μια παλιά ιστορία η γλώσσα. Οι αριθμοί. Quattordici. Με το ci γεμάτο, παχύ. Γεμίζει το στόμα λέξεις, βραχείς ασθματικούς φθόγγους που δε λεν να βγούν. Πού να τα πεις και ποιος να σε ακούσει? Γεννήθηκες έτσι. Το δίχως άλλο. Κι έχεις αφήσει ένα κορίτσι, στο μονόχρωμο φόντο, που έσπαγε μόνο από τα μάτια της, θρυμματιζόταν απ΄τα μάτια της. Στις 16 σκέφτεσαι. Στις 16. Κι η τελευταία εικόνα, οι γόπες αμέτρητες στις ράγες. Κάθε τσιγάρο και καημός, κάθε καημός και τσιγάρο, παραφράζεις. Όλη η ζωή ένα φευγιό. Η υπόλοιπη επιστροφές γεμάτη. Και το τσούρμο ασταμάτητα κινείται, θολά, μέχρι που σβήνει.

Κωστής Κατσαρός

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

DEJA VU

Καθώς τα κενά των παραθύρων γεμίζουν κι αδειάζουν γρήγορα από εναλασσόμενες εικόνες κι οι εικόνες με την σειρά τους γεμίζουν βλέμματα, ο νους μου τρέχει στην συνάντηση. Γρήγορες ματιές, εξεταστικά βλέμματα, βλέμματα αναζήτησης αδηφάγα. Ακόμα και βλέμματα αλλήθωρα και παιδικά και βλέμματα πρεσβυωπικά. Βλέμματα που δεν συναντιούνται. Έξω από τα τζάμια η ζωή. Έξω η αλήθεια. Φυλακισμένα μάτια στην αημαντότητα του προορισμού.. κάποιοι ταξιδεύουν και κάποιοι μετακινούνται άλλωστε. Πάντα. Αφήνω πίσω μια Αθήνα που θύμισε Βαγδάτη, για λόγους προσωπικούς. Μες στην ιδιοτέλεια. Βαγδάτη...δεν έχω ιδέα τι γράφω, δεν μετράω τα λόγια μου. Έχω μυρίσει ποτέ αίμα?πόλεμο?θάνατο? Δεν έχω ιδέα. Να κατουριέσαι πάνω σου από φόβο. Κι εγώ εξαργυρώνω, όπως είπα σε φίλους, το εκλογικό μου δικαίωμα για να νιώσω ακόμα πιο ασήμαντος. Έχω μια απλοική ερώτηση, απλοική μα ερώτηση. Σε τι σκατά κόσμο ζούμε? Ξεκόλλα. Εσύ που διαβάζεις, ξεκόλλα. Σκάσε για λίγο το μυαλό σου. Άσε κάτω το μολύβι, το τσιγάρο στην καλύτερη, το κινητό στη χειρότερη. Άστα κάτω. Σταμάτα. Σε βλέπω. Τώρα σκέψου. Σε τι σκατά κόσμο ζούμε?ΣΕ ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟ ΖΟΥΜΕ? Άστο να γεμίσει το μυαλό σου..την ύπαρξη σου την ασθενική. Τώρα κάνε αυτό που έκανες. Ευτυχία ε?Αυτό είναι ευτυχία? Να διώχνεις το κακό..να φιμώνεις το άσχημο..να πατάς mute..πώς αποδυναμώθηκαν έτσι οι λέξεις?πώς ξεγυμνώνονται έτσι οι κρυφές μας ορμές? Μπροστά στα μάτια του μεγαλοδύναμου..όποιος κι αν είναι, όσα λεφτά κι αν έχει. Πώς φτάσαμε σε μια κοινή παραδοχή? στη συνενοχή πώς φτάσαμε? Πώς φτάσαμε εκεί που πίνεις την μπύρα σου καλοκαιράκι, βία άνοιξη και φθινόπωρο (εγώ τις βλέπω ακόμα τέσσερις τις εποχές), με κοντομάνικο, ο άλλος να κοιμάται.. Θέλει να σε διώξει απ΄το σπίτι του. Τον ξυπνάς, τον ενοχλείς, μόνο αυτό το σπίτι έχει.

Μέσα στο τρένο, μέσα στη θλίψη, οι εικόνες ακόμα γρήγορα κινούνται..Αυλές ονείρων. Αυτό είναι. Οι νέες αυλές ονείρων γεννιούνται. Αυλή ονείρων η πόλη ολάκερη. Σαν μπάλα στην αλάνα με κάλτσες κουβάρι δεμένες και βόλους και Μικρό Ήρωα και νεραντζιές να μη σε αφήνουν να κοιμηθείς και thundercats, και ό,τι άλλο σημάδεψε κάθε γενιά. Δεν είναι για μας. Είναι γι αυτά που θα αφήσουμε πίσω. Άλλος ξεχνιέται στο ποτό κι άλλος ξεχνάει..πάντα. Ξέρω δεν είναι βολική στιγμή. Για κανέναν. Το ξέρω. Θες κι εσύ να βγείς σαν άνθρωπος. Ρε ο άλλος δίνει λεφτά σε έναν άστεγο και ζορίζεται. Αλήθεια. Για είκοσι λεπτά μιλάμε.. Κι όμως τα δίνει. Κι άλλοι κόπτονται για την αξιοπρέπεια της νέας δημοκρατίας και του πασόκ. Στα αρχίδια μου. Στα αρχίδια μας. Όσο πιο κατανοητά τόσο καλύτερα. Σαν άλλοι Καραισκάκηδες αναπαράγουμε το ιστορικό της φράσης..Αρβανίτες των καιρών..


Κωστής Κατσαρός


Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΙΚΟΤΗΤΑ

Έρχεσαι μ' ένα τσιγάρο στο χέρι, τα καλά της ακαδημαικής ελευθερίας, να παρακολουθήσεις, το δεύτερο κατά σειρά μάθημα της ημέρας. Αποφασισμένος όσο ποτέ, ως επί το πλείστον μόνος ή σωστότερα μοναχικός καβαλάρης της δημόσιας παιδείας. Ηρωική πράξη το πτυχίο στα 27, ή τέλος πάντων έτσι θέλεις και σε βολεύει να πιστεύεις. Βρίσκεις ξάφνου προφανή την ηλιθιότητα, σύμφυτη με κάθε είδους ηρωισμό, αλλά και πάλι δεν καλύπτεσαι με μια οριστική απάντηση. Φαίνεται η αμφισβήτηση, η αμφιταλάντευση μεγαλώνουν με την ηλίκια, αντίθετα με όσα άκουγες και πίστευες μέχρι τώρα. Οι ώρες κυλούν γρήγορα πια. Τίποτα δε θυμίζει τον παλιό σου εαυτό. Εκείνον που χάζευε για ώρες, δεν ενστερνιζόταν καμία άποψη για το άγχος, δεν συμμεριζόταν καν το άγχος της ομύγυρης. Τότε που το μέλλον δεν είχε αξία ή τουλάχιστον δυναμική. Εν τη απουσία του τα περισσότερα έμοιαζαν κι ήταν εύκολα. Τώρα σχολιαρόπαιδο, μαθητής επί του πρακτέου, φοιτητής γιατί θέλεις κάπου μέσα σου να μάθεις. Επειδή δεν είναι όλα όπως τα φαντάστηκες, δεν τα κατάφερες όλα χωρίς ίχνος προσπάθειας. Κι ας έλεγαν όλοι πως είσαι έξυπνος. Αλλιώς το εννοούσαν και δεν ήσουν. Ακόμη κι η μεσόκοπη γκριζομάλλα καθηγήτρια μοιάζει θελκτική, βρίσκεις αλήθειες στα λόγια της. Άθελα σου το μυαλό σου φεύγει για λίγο και πάει και κάθεται σε εκείνο το σπουργίτι που μοιάζει εγκλωβισμένο στο αμφιθέατρο. Κολλημένο στο τζάμι, μετρά τις πιθανότητες, ζυγίζει τις ελπίδες. Το μυαλό σου πάλι φεύγει και αναρωτιέσαι, αν έχει βάρος η ελπίδα, για την υλική υπόσταση των ιδεών, την ακατανόητη συνθήκη της θρησκέιας. Κι αυτό κολλημένο στο τζάμι, εκ παραδρομής κοινωνός της ρωμαικής ιστορίας. Το κελάηδισμά του αγχωτικό, αντηχεί. Γιατί δε θα έπρεπε να είναι εδώ. Το τελευταίο που πιάνει το αυτί σου είναι κάτι για την ιστορική φαντασία. Σφιχταγκαλιάζεις αυτή την σκέψη σαν να είναι η τελευταία σου για σήμερα. Εσύ θα έπρεπε άλλωστε να είσαι εδώ. Καιρό τώρα..

Κωστής Κατσαρός

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΕΛΕΝΗ ΑΠ΄ΤΑ ΝΙΑΤΑ..

Για δες το ζευγαράκι. Νεαρό. Ερωτευμένο. Ταιριαστό. Μόνο κάτι μου χάσκει. Κάτι δεν μου πάει καλά. Μα δεν είμαι και σίγουρη. Κάτι στο μέγεθος. Κάτι στη διαφορά του ύψους..Δεν ξέρω. Έτσι που είναι καθιστοί. Ο ένας πάνω στον άλλο, δε φαίνεται και καθαρά δα. Αλλά το δικό μου το μάτι κόβει. Αθηναίοι είναι σίγουρα. Το βλέπεις ρε παιδάκι μου. Όπως και να κάθονται, αυτό το βλέπεις. Από χιλιόμετρα το βλέπεις....
Τέτοια σκέφτεται η Ελένη. Τα φωνάζει μες το μυαλό της. Με φωνή βαριά, αντρική. Τα φωνάζει. Και χαζεύει το ζεύγος. Αυτό με την σειρά του χαζεύει στον ήλιο. Η αλμύρα καίει το πρόσωπο των δύο παιδιών(έτσι τα βλέπει η Ελένη-παιδιά), κι αυτά χαμπάρι. Λιάζονται. Νωχελικά, μελαγχολικά ελαφρώς. Θα γυρίζουν σκέφτεται η Ελένη. Η Ελένη απ΄τα Νιάτα..Γυρνά κι αυτή απ΄το νησί. Είχε πάει να δεί το γιο της. Είναι στην πυροσβεστική εκεί, πέντε χρόνια τώρα. Τον εβόλεψε η Ελένη. Και την κόρη της την έχει βολέψει. Στο Λεωνίδιο παντρεμένη, με γαμπρό "καλό", με χίλιες ρίζες ελιές, και ζώα και κτήματα και χρήμα. Μια χαρά τη βόλεψε η Ελένη. Για το γιο της ανησυχεί λίγο. Δουλειά του βρήκε, γυναίκα όχι. Το ΄χει καημό η Ελένη.
Πιάνει την κουβέντα στο ζευγαράκι και τα λέει έξω από τα δόντια. Όλο με κάτι πουτάνες γυρνάει. Το ΄χει καημό η Ελένη. Μιλά ασταμάτητα η Ελένη. Κόβει το μάτι της. Ακούει που και που, αλλά κυρίως μιλάει. Με φωνή τραχιά, αντρική, απ΄έξω της τούτη τη φορά, αντρογυναίκα σωστή, κοντή και δυνατή, με κάτι χέρια τανάλιες. Κάνει ενα αστέιο στον πιτσιρικά, το συνοδεύει με μια χειρονομία. Τανάλιες τα χέρια της Ελένης. Τους λέει κι άλλα. Για την αγάπη, τις σχέσεις, για τον κόκκορα τον κοκκινιστό και τα στριφτά που θα τους φτιάξει όταν πάνε στα Νιάτα, που είναι αφροδισιακός, που θα σε κάνει τούρμπο λέει στο αγόρι, στο αυτί, να μην το ακούσει η κοπελιά, όσα λεν οι άντρες μεταξύ τους κατάσταση, και κλείνει το μάτι, και γελά φωναχτά, λες κι είναι το πλοίο η αυλή της. Έτσι είναι όμως η Ελένη, πληθωρική και φωνακλού, κι όλα απ΄το χέρι της περνάνε. Καβαλάει ενα τούρμπο Mitsubishi, 2.500 κυβικά και γυρνοβολά στα χωριά. Πουλά καρπούζια, πεπόνια, τομάτες, κι ό,τι βάζει ο νους σου. Και λέει κι άλλα η Ελένη, με τρίχες χοντρές στο πρόσωπό της σαν πλαστικές, και φρύδια ασπρισμένα σαν να τα βούτηξε στην άχνη ζάχαρη η Ελένη, για το Θεό, την Παναγία, που τόσες φορές την έχει φυλάξει και πως θα προσεύχεται για τα δυό τους. Κι έπειτα δίνει το κινητό της, να την επισκεφτούνε. Και λεέι στο αγόρι."Είσαι μεγάλη μάρκα εσύ". Κάτι θα ξέρει η Ελένη...
Φτάνοντας στο λιμάνι, κατεβαίνουν όλοι μαζί στο γκαράζ, να την ακολουθήσουν με το αυτοκίνητο, να τους δείξει μια ταβέρνα, να φάνε καλά. Και κάνει ένα σάλτο στην καρότσα, και τους δίνει ένα πεπόνι, να το φάνε στην υγειά της. Θηρίο η Ελένη. Η Ελένη απ΄τα Νιάτα. Καλή γυναίκα η Ελένη. Μαρσάρει και φεύγει κορνάροντας.

Κωστής Κατσαρός

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΜΑΞΙΛΑΡΙ

Πενήντα χρόνια κοντά δεν είχε βάλει μαξιλάρι στο προσκεφάλι του. Εκεί ξεχειμώνιαζε, εκεί το καλοκαίρι, φεύγαν οι εποχές, χαμένες ευκαιρίες. Φεύγαν τα χρόνια. Ποτάμι ολόκληρο τα χρόνια τον έπνιγαν πια. Που να βρεις μαξιλάρι εδώ πάνω? Μαζί με τα πρόβατα μια ζωή. Μέσα στα σκατά, στο χώμα-λάσπη γινότανε με τη βροχή-και κόλλαγε στα πόδια του, στα ρούχα του, παντού. Ακόμα κι όταν κατέβαινε στο σπίτι του, στο χωριό, καμιά φορά, δεν κοιμόταν σε κρεβάτι. Μόνο στο πάτωμα έστρωνε μια βελέντζα και ξάπλωνε. Ποτέ του δεν παντρεύτηκε, πράγμα ζόρικο για την εποχή, κι όλοι στο χωριό τον είχαν για τρελό. Λές και το διάλεξε..Του μιλούσαν όμως, μα πάντα λίγο σφιχτά, λίγο μαγκωμένα. Κι έπειτα έφευγαν γρήγορα μην κολλήσουν, για όπου τράβαγε ο καθένας. Κι αυτό το σπίτι στο χωριό? Μια καλύβα ξεχαρβαλωμένη, άδεια από έπιπλα. Το λουτρό έξω απ΄το σπίτι, το "μέρος" μια τρύπα στο χώμα. Σε σχέση με πάνω όμως, σωστή σουϊτα. Έτσι σκεφτόταν ξαπλωμένος στο πάτωμα και χαμογελούσε πριν κοιμηθεί. Όλο το χειμώνα εκεί πάνω, να βγάλει τα πρόβατα, να τα ξαναβάλει πίσω, να τα ταϊσει, να τα ποτίσει. Έβοσκαν αυτά, έβοσκε κι αυτός. Μασούλαγε κάτι βιβλία που είχαν πέσει στα χέρια του από τον πατέρα του, που μόνος του είχε μάθει γράμματα και του είχε δείξει κι αυτού κάτι λίγα. Λίγο- λίγο τα διάβαζε, δυσκολευόταν. Πολύς ο καιρός, λίγα τα βιβλία. Αυτά και τα σκυλιά η συνροφιά του.
Γιατί είχε και δυο σκυλιά εκεί πάνω μαζί του. Μια θηλυκιά και το γιο της τώρα τελευταία. Μα πάντοτε δυο σκυλιά. Αυτή η τελευταία, η Παχιά, έτσι τη φώναζε, ένα κουτάβι γέννησε, τον Μπάσταρδο αφού την σκύλα, τη βρήκε γκαστρωμένη. Γυρνοβόλαγε όλο το χωριό αυτή, σουλάτσαρε και κάποιος αλητάκος τη γκάστρωσε. Μπάσταρδος λοιπόν ο μικρός, εκτός γάμου. Ήθελε να έρθει πάντως το ευλογημένο. 'Ενα βγήκε, μόνο του. Με τα χέρια του τη ξεγέννησε, έσπασε το σάκο δηλαδή και της το βάλε δίπλα της, να το καθαρίσει. Μια χούφτα σκάρτη το σκασμένο- όλη η αλήθεια του κόσμου. Τα ίδια έκανε και με τις προβατίνες. Παιδιά δεν είχε αλλά από γέννες άλλο τίποτα. Λεφτά έβγαζε από τα κρέατα, το γάλα, το τυρί, το μαλλί. Τίποτα δεν πάει χαμένο εκεί πάνω. Πόσα λεφτά να χρειαστείς άλλωστε? Εκεί πάνω. Μέσα στο σκατό, τη βροχή, το χιόνι. Αλλά και μέσα στην άνοιξη, και τα αγριολούλουδα και τον ήλιο. Και τα δέντρα και τις μυρωδιές τους. Όλα τσάμπα. Και το σκατό κι ο ήλιος τσάμπα. Τα περισσότερα λεφτά τα φύλαγε, τα έκανε μασούρι. Πόσο θα άντεχε ακόμα εκεί πάνω? Οι καιροί αλλάζουν σκεφτόταν, χωρίς να ξέρει. Θα αναγκαστώ να κατέβω στο χωριό μόνιμα έλεγε, και τον κοίταζαν τα σκυλιά του στα μάτια. Μαζί του κοιμόνταν, όχι έξω, όχι δεμένα. Ό,τι σκυλί κι αν είχε αυτά τα χρόνια, μαζί του κοιμόταν. Στα πόδια του. Πότε- πότε του ΄γλείφαν τα πόδια τα σκυλιά. Να τα ζεστάνουν. Συντροφιά τα σκυλιά, παρηγοριά. Τα σκυλιά η μισή του ζωή. Η άλλη μισή εκείνα τα είκοσι βιβλία. Τα πρόβατα άλλο πράγμα. Τα πρόβατα δουλειά.
Όλη του τη ζωή άκουγε. Τους ήχους της ζωής. Τους ανθρώπους. Δε μίλαγε πολύ( με ποιον να μιλήσει), αλλά άκουγε, άκουγε τα πάντα. Όχι μόνο τους ήχους, τις λέξεις, τον αέρα. Άκουγε το μέσα των ανθρώπων. Τη βρωμιά τους, τα βάσανα, την αγάπη τους. Όλα τα άκουγε και πιο δυνατή η αγάπη. Του τρύπαγε τα αυτιά η αγάπη. Ένας καμβάς το μυαλό του και πάνω του χρώματα πεταμένα, οι ζωές των άλλων.Από δέκα χρονών στο βουνό, να φυλάει τα πρόβατα. Μοναχοπαίδι. Οι γονείς του πέθαναν νωρίς. Ο πατέρας του μετα τον εμφύλιο , η μάνα του λίγο μετά. Πενήντα χρόνια κοντά εκεί. Να φυλάει τα πρόβατα.
Το χειμώνα του ΄93 τον έπιασε βήχας βαρύς. Σκληρός βήχας. Έφτυνε τα σωθικά του. Είπε θα του περάσει. Μα εκεί, δώστου ο βήχας, να φτύνει τα συκώτια του. Στο μήνα επάνω, πήρε την απόφαση να φύγει. Κανόνισε με κάποιους από το χωριό, κοράκια σωστά, να τους πουλήσει τα πρόβατα. Πούλησε αρκετά κοψοχρονιά. Τα υπόλοιπα τα έσφαξε. Δεν τον ένοιαζε. Πενήντα χρόνια κοντά εκεί πάνω και δεν τον ένοιαζε. Όλα κανονίστηκαν γρήγορα. τη γη του την κράτησε και τα σκυλιά μαζί. Κατέβηκε σπίτι του στο χωριό, και κάποιοι ενδιαφέρθηκαν και του αγόρασαν κρεβάτι. Με δικά του λεφτά δηλαδή, μα ενδιαφέρθηκαν. Και που του το έφεραν, τι κατάλαβαν? Που να βολευτεί άνθρωπος σε αυτό το ρημάδι? Γύρναγε όλο το βράδυ. Και τον ενοχλούσε πότε το σεντόνι, πότε το στρώμα που βούλιαζε. Αυτός στο πάτωμα. Αλλάζει η συνήθεια? Πρώτα η ψυχή και μετά το χούι, σκεφτόταν.
Ο βήχας με τον καιρό καλυτέρεψε. Και τα χρόνια πέρασαν. Ήρθαν όλα σιγά- σιγά. Και το καφενείο κι οι παρέες, δεν ήταν δα και τόσο μεγάλος, κι όλα ήρθαν. Αυτό που άργησε λίγο, ήταν οι λέξεις στο στόμα του. Πρώτα στο στόμα δηλαδή, μετά στα χείλη. Κι ύστερα βγήκαν. Λέξεις πνιγμένες, παλιές, βγήκαν από μέσα του σαν ρούχα παλιά από μπαούλο. Δεν ήταν χείμαρρος ορμητικός οι λέξεις. Σιγά- σιγά. Σταγόνες οι λέξεις. Κι η ζωή του έγινε σαν των υπόλοιπων με τον καιρό. Πήρε κι άλλα βιβλία και συσκευές ηλεκτρικές.
Πότε- πότε όμως έπαιρνε τα σκυλιά και πήγαινε πάνω. Στην στάνη. Και κοιμόταν εκεί κανα-δυο μέρες. Να έρθει στα ίσα του. Να μην ξεχάσει να ακούει.

Κωστής Κατσαρός

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ

Ήταν γύρω στα 1950 που αποφάσισε σε μια νύχτα μέσα, να φύγει στα καράβια. Μούτσος. Ούτε σχολείο δεν είχε τελειώσει, πόσο μάλλον την σχολή του εμπορικού ναυτικού. Μέχρι τότε, από πιτσιρικάς ακόμα, και πριν κλείσει καν τα 18, είχε κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού, ή του χεριού, μιας και τα χέρια του έμοιαζαν για χέρια πολύ γηραιότερου άνδρα, γεμάτα ρόζους και πληγές, τραχιά κι άνυδρα. Πότε από τις λαμαρίνες, κάτω στα ναυπηγεία στο Πέραμα, πότε από το καλέμι και το μυστρί στην οικοδομή. Κουβαλούσε τον τενεκέ στον ώμο τρεις- τέσσερις ορόφους πάνω κάτω, δουλεύοντας στις πρώτες πολυκατοικίες που χτίζονταν τότε σε Αθήνα και Πειραιά. Οι ώμοι του ηλιοκαμένοι και γδαρμένοι, γυμνασμένοι απότομα από το βάρος. Καμιά φορά, μιας και δεν είχε αδέρφια, και τον πατέρα του τον φάγανε βρώμικα στον εμφύλιο οι εθνικιστές, ένιωθε πως κουβαλούσε στην πλάτη του την ίδια τη ζωή. Όχι μόνο τη δική του μάλιστα, αλλά και της μάνας του, μιας γυναίκας μικροκαμωμένης μα θαρραλέας όσο καμιά δεκαριά άντρες μαζί. Σαν έκλεισε τα 15 και μέχρι να πάρει την απόφαση να φύγει, μετά τη δουλειά τα βράδια, πήγαινε στο καφενείο κι έπινε κάνα ούζο με τους μεγαλύτερους, ακούγοντάς τους για ώρα να μιλάνε, να παίζουν τάβλι και πρέφα, πότε βρίζοντας, πότε καπνίζοντας ή πίνοντας μέχρι αργά το βράδυ, μα πάντα μονιασμένους από τη ζωή τους την ίδια. Φτώχεια στο καφενείο, φτώχεια τριγύρω στη γειτονιά και τα στενά της, μα αυτός θυμότανε πάντα τη μυρωδιά από το βασιλικό και τη μαντζουράνα, σε γλάστρες από βαρέλια κομμένα και τενεκέδες. Και τις νοικοκυρές και την ίδια τη μάνα του, που πηγαινοέφερναν πιάτα, άλλη με πίτα που είχε η ίδια φτιάξει, άλλη με ντομάτες ή κάνα αυγό δικής της παραγωγής και από κατω από όλα αυτά τόση αγάπη κι αλληλεγγύη. Σε μια μικρή κοινωνία που τηρούσε άθελα της πιστά, βασικές αρχές του αντιπραγματισμού μεγάλωσε, κι η μάνα του του έλεγε πάντα. Έξω στην αυλή, κάτω από την κληματαριά. '' Φτώχεια που την μοιράζεσαι, είναι ευτυχία γιόκα μου''. Αυτή την κατάρα φοβότανε. Τη μοναξιά. Τη φτώχεια την είχε συνηθίσει. Την αγαπούσε κιόλας λίγο, αφού τον έμαθε να εκτιμά. Και τώρα που είχε πάρει την απόφαση να φύγει, δεν ήταν η ανάγκη τόσο που τον έσπρωχνε, μα μια ακατανίκητη επιθυμία για τη θάλασσα. Ασχημάτιστο το νερό όπως εκείνος, ακανόνιστο, να ορίζεται από την στεριά και τους ανθρώπους.
Είχε ήδη βρει δυο- τρεις γνωστούς για να τον μπάσουν σε κάποιο βαπόρι. Τα είχαν κανονίσει όλα. Σε τρεις νύχτες, το βράδυ του Σαββάτου θα άραζε ένα γκαζάδικο με ελληνική σημαία και με αυτό θα την έκανε. Σάββατο βράδυ σαν έφτασε, αγχωμένος για τη μεγάλη φυγή, με την ψυχή στο στόμα, στάθηκε μια στιγμή και κοίταξε πίσω του. Τι αφήνει. Τη γειτονιά, τους ανθρώπούς της, το καφενείο, μα κυρίως τη μάνα του, την κυρά- Φωτεινή, που δεν της το ΄πε πως θα φύγει, γιατί ήταν σίγουρος οτι δε θα το άντεχε. Ήταν αδύναμη κράση άλλωστε, σχεδόν άυλη, έφερνε βόλτα όλο το σπιτικό, κάπου μεταξύ τούτου του κόσμου και του επόμενου.
Όλη του τη ζωή στα καράβια την πέρασε. Ποτέ δε γύρισε πίσω. Σε όλο τον κόσμο ταξίδεψε, Ασία, Αφρική, Αμερική. Κάθε μήνα έστελνε της μάνας του μια κάρτα κι ένα γερό κομπόδεμα για να έχει να περνάει. Μέχρι που έλαβε το γράμμα που έλεγε πως η κυρά-Φωτεινή είχε πεθάνει. Ούτε τότε δεν γύρισε στην πατρίδα. Μόνο κλείστηκε στην καμπίνα του κι έκλαψε πικρά κι αθόρυβα μέχρι που πιάσανε λιμάνι.

Κωστής Κατσαρός

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

ΤΟ ΠΑΤΡΟΝ

Είχαν δεν είχαν περάσει 3 βδομάδες από τότε που τον έχασε. Ούτε τα σαράντα δεν είχε κάνει ακόμα. 50 χρόνια ήταν μαζί. Μοναχοπαίδια κι οι δύο, γνωρίστηκαν αργά σχετικά. Εκεί γύρω στα 35 αυτός, δέκα χρόνια μικρότερη εκείνη. Παιδιά δεν έκαναν ποτέ. Ήθελαν, δεν είναι πως δεν ήθελαν. Μα ποτέ δεν τα κατάφεραν. Οι δυο τους μια ζωή. Αδέλφια δεν υπήρχαν, κάτι λίγοι συγγενείς μόνο, από την πλευρά της, κάτι ξαδέλφια μακρινά, όπως και να ΄χει. Σπάνια βρίσκονταν. Φίλοι λίγοι και καλοί. Ένα ζευγάρι φιλικό δηλαδή, εκεί στη γειτονιά τους. Δυο σπίτια παραπάνω, στο 46 της οδού Παπαφλέσσα. Με πόση αγάπη κοιτούσαν κι οι δυο τους τα παιδιά των γειτόνων. Πάντα με αγάπη, ποτέ με ζήλια. Στην κηδεία του κυρ- Θανάση θα ΄ταν δε θα ΄ταν 10 άτομα μαζί με τον ιερέα και τα κοράκια. Μόνη της τον έζησε. Μόνη της τον έκλαψε. Τις τελευταίες ημέρες είχε καταλαγιάσει λίγο το κλάμα. Ο σπαραγμός την κούρασε. Σωματικά πλέον. Άλλωστε δεν ήταν πια παιδί, είχε πατήσει για τα καλά τα 75 και παρόλο που δεν την έλεγες γριά, το προσωπό της χαρακωμένο, γεμάτο ρυτίδες, την έδειχνε κάμποσα χρόνια μεγαλύτερη. Τώρα ο πόνος ήταν βουβός, σιωπηλός. Τα δωμάτια στο σπίτι βουβά κι αυτά, αντηχούσαν την σπαρακτική απώλεια. Δεν κοιμόταν στην κρεβατοκάμαρα τους, από τότε που εκείνος "έφυγε". Δεν το βάσταγε. Όλα τα άλλα, με περίσσιο κόπο, με βάσανο μεγάλο, τα βάσταγε, μα αυτό όχι. Ο ύπνος της θολός, ανήσυχος. Τα όνειρα της γεμάτα απο εκείνον. Όσα θυμόταν δηλαδή. Όνειρα που γίνονταν εφιάλτες με το που άνοιγε τα μάτια της. Η απουσία εκκωφαντική. Έφτιαχνε με χίλια ζόρια ένα καφέ κι έπειτα άλλον ένα, για εκέινον. Ακριβώς όπως τον ήθελε. Πάντα τον πετύχαινε κι εκείνος έιχε να το λέει. Διπλός ελληνικός με ολίγη. Δεχόταν λιγοστές επισκέψεις και το τηλέφωνο χτύπαγε ακόμη πιο σπάνια. Κατά τη διάρκεια της ημέρας καθάριζε το σπίτι, κυρίως όμως τακτοποιούσε το γραφείο του. Είχε βρει ένα παράξενο σύστημα, όσο εκείνος ζούσε ακόμα, μιας κι ήταν τακτικός σε βαθμό νεύρωσης. Σχεδίαζε σε ένα πατρόν, με τα μικρά, ασθενικά θα έλεγες, χέρια της, με ακρίβεια τις θέσεις των αντικειμένων του γραφείου κι έπειτα τα μετακινούσε για να ξεσκονίσει. Μόλις τέλειωνε τα τοποθετούσε ακριβώς εκεί που ήταν. Ούτε χιλιοστό παραδίπλα. Αυτό έκανε ακόμη, σα να φοβόταν την γκρίνια του που τόσο αγαπούσε. Καθισμένη αργά το απόγευμα στην πολυθρόνα του, τον θυμόταν να την κοιτάζει επίμονα όταν ήταν νέοι, κι ύστερα να καρφιτσώνει την εφημερίδα του, για να γίνεται πιο εύκολη η ανάγνωσή της, σε μία πρόχειρη, αυτοσχέδια, μα πέρα για πέρα επιδέξια βιβλιοδεσία. Κάποιες μέρες πάλι την έπαιρνε για λίγο ο ύπνος. Εκεί κουλουριασμένη. Το κουρασμένο σώμα της έβρισκε για λίγο ανάπαυση. Οι μέρες έτσι κυλούσαν. Αργά, βασανιστικά. Τις τελευταίες δυο-τρείς όμως το ένιωθε. Πως δε θα αντέξει για πολύ. Ήθελε να φύγει κι εκείνη. Στο μυαλό της ηταν βέβαιο πως θα συναντιόντουσαν ξανά. Έφερνε στο νου της μάλιστα, εκείνο το στιχάκι του Λειβαδίτη. " Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά, για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε."
Η αναμονή της κράτησε λίγο περισσότερο. Άλλοτε με κλάμα, άλλοτε με χαμόγελο. Μα ποτέ με λήθη. Δεν ξέχασε τίποτα από εκείνον. Τίποτα. Μέχρι που χάθηκε κι εκείνη. 5 χρόνια μετά, ένα πρωινό του Οκτώβρη τη βρήκαν οι γείτονες. Κουλουριασμένη στην πολυθρόνα του.

Κωστής Κατσαρός

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΧΙΛΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ...

Η βασική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον άνθρωπο και το κτήνος (ούτε καν το ζώο), είναι ο σεβασμός στην ζωή εν γένει, πόσο μάλλον στην ανθρώπινη. Κι αυτή ακριβώς η διαχωριστική γραμμή χτες εξαφανίστηκε. Είναι καιρό απούσα δηλαδή, στην ελληνική κοινωνία, απλά χτες βρέθηκε το πτώμα, της από καιρό αγνοούμενης ηθικής μας, κι από σήμερα αρχίζουν οι νεκρώσιμες ακολουθίες. Η κηδεία θα κρατήσει καιρό. Άπαξ κι υπάρχει έστω κι ένας νεκρός, νεκροί είμαστε όλοι μας. Που εξωθήσαμε τα πράγματα εδώ. Με τη σιωπή μας μερικές φορές, επειδή το ψιθυρίζαμε μεταξύ μας τις υπόλοιπες. Η μυρωδιά της σήψης και της απαξίωσης φτάνει παντού κι εμείς αγοράζουμε αποσμητικά χώρου, αντί να μαζέψουμε το κουφάρι και να καθαρίσουμε τους λεκέδες. Δυστυχώς εκτός από τους λεκέδες υπάρχουν κι οι λακέδες. Όλοι τους. Στην έκτακτη τοποθέτηση των πολιτικών αρχηγών στο κοινοβούλιο, στις ειδήσεις, από τους απεργοσπάστες- λαμόγια, δημοσιογράφους. Τα λόγια γνωστά. Τα λόγια κατευθυνόμενα. Άστοχα, άσκοπα, υποκριτικά. Προβοκάτσια, αλητεία, ατιμωρησία. Παντού. Και στην περιπτωσή μας δεν εμπίπτει το πάλαι ποτέ, μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις. Γιατί ούτε καν η δύναμη της δεν μας σοκάρει πια. Πιθανόν μια λέξη να είναι χίλιες εικόνες. Εικόνες ντροπής, αναξιοπρέπειας. Και δεν αναφέρομαι φυσικά στους 160.000 που κατέκλυσαν το κέντρο της πόλης. (δεν ήμουν αναμεσά τους) Η ευφυία, η λογική, η αποδοχή, η δεκτικότητα, η οργανωμένη αντίσταση, τις περισσότερες φορές απουσιάζουν κι αυτές, κι άλλες χαντακώνονται, κρύβονται, πνίγονται στον καπνό της επαναστατικής (όσο κι η χούντα ήταν επανάσταση) εξαγρίωσης, του εύκολου(οχι να καταπιείς) κανιβαλισμού της μισαλλοδοξίας. Άλλοτε κρύβονται, στα αντιλαικά μέτρα, στην βαρβαρότητα του κράτους, που μας αξίζει εδώ που τα λέμε, στα μικρομαγαζιακά συμφέροντα. Τόσα χρόνια οι ψήφοι βροχή, σε εναλλαγή, από τον ένα στον άλλο. Ούτε καν το οτι δεν τους έχω ψηφίσει ποτέ δεν με κάνει να νιώθω καλύτερα. Η ηθική μας χάθηκε. Τελεία και παύλα. Το αίσθημα της κοινότητας, της συμβίωσης, χάθηκαν. Και δεν αναζητώ ευθύνες πλέον. Ούτε συγχωροχάρτια έχω, ούτε κρεμάλες αναπολώ. Εγώ άλλωστε, έχω πολλά ράμματα για την ίδια τη γούνα μου. Άλλοτε αμέτοχος, άλλοτε ελάχιστα συμμετοχικός. Και ενώ απο τη φύση μου αισόδοξος, σήμερα, σε αυτές τις συγγυρίες, απαισιοδοξώ. Η σκληρότητα, η βαρβαρότητα, έγινε οδηγός σε αυτή τη χώρα. Η σκληρότητα, η βαρβαρότητα του ατομικιστικού μοντέλου, οδηγός παντού. Η ανθρωπότητα ζορίζεται κι οι απαντήσεις λιγοστεύουν, την ίδια ώρα που οι απαιτήσεις αυξάνονται. Είμαι τρομοκρατημένος, θλιμμένος, βαθιά απορρημένος. Κι όταν καταλαγιάσει ο καπνός, η σκόνη μάλλον δε θα λέω τα ίδια. Παρασυρμένος κι εγώ στη ρουτίνα μου, στη μάχη της επιβίωσης, που ευτυχώς η δυστυχώς για μένα δεν άρχισε ακόμα. Μάθαμε πως η επιβίωση εξαρτάται κι ορίζεται στο ο καθένας μόνος του. Αποτύχαμε. Μήπως είναι καιρός να σκεφτούμε το όλοι μαζι? Υπό τις παρούσες συνθήκες, εγώ νομίζω, δεδομένα.

Κωστής Κατσαρός

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Η ΚΟΛΟΝΙΑ

Τα γένια του ήταν αξύριστα καμιά βδομάδα τώρα. Τόσο ώστε τις 2 τελευταίες μέρες να κολλάνε μεγάλα κομμάτια ψωμιού σε αυτά και εκείνος με περίσσια τέχνη και επιμέλεια να αναγκάζεται να τα καθαρίσει. Πάντα έπλενε τα δόντια του κάνοντας παράξενες γκριμάτσες στον καθρέφτη του μπάνιου, που ούτως ή άλλως παραμόρφωνε τα πάντα μες στο ασθενικό του φως. Τα ρούχα του στην καρέκλα από το προηγούμενο βράδυ περίμεναν καρτερικά να τα γεμίσει. Πρώτα φορούσε τις κάλτσες του. Το παντελόνι έμπαινε εύκολα έτσι γλιστρώντας πάνω στη λεία επιφάνεια τους. Έπειτα το πουκάμισο, συνοδευόμενο από τη γραβάτα, πάντα με διπλό κόμπο, όπως του είχε δείξει ο πατέρας του. Στο τέλος το σακάκι, λίγη κολόνια και ένα παλτό κειμήλιο και αυτό από εκείνον. Σήμερα όμως τα έκανε όλα ανάποδα. Κι όταν έφτασε η στιγμή για την κολόνια, το παλτό και τα παπούτσια του, μόνο την κολόνια έβαλε. Κι όχι 2 σταγόνες όπως τις άλλες φορές. Ψεκάστηκε μετρημένα 22 φορές στο λαιμό και στα χέρια του , στο ύψος των καρπών. Έφυγε φουριόζος για το αυτοκίνητο και διέφυγε της προσοχής του ένα κομμάτι τυρί που είχε μπλεχτεί στα γένια του. Έφαγε λαίμαργα το πρωινό του άλλωστε. Στη διαδρομή κόρναρε σε μια παρέα από περιστέρια που δεν έλεγαν να κάνουν στην άκρη. Θαρρώ μάλιστα, πως πάτησε το ένα. Στη συνέχεια έβρισε μια οδηγό στη διασταύρωση που πετάχτηκε ενώ είχε stop με μία ακαταλαβίστικη ιταλική προφορά στα αγγλικά. Κάποιοι είπαν πως τον άκουσαν να φωνάζει « THIS STOP SIGN IS THE SIZE OF YOUR FUCKIN’ HEAD !». Απομακρύνθηκε γρήγορα από το σημείο της παρ’ολίγον σύγκρουσης και γέλασε δυνατά με κλειστά τα παράθυρα. Άκουγε το τρίτο πρόγραμμα σε όλη τη διαδρομή. Φτάνοντας πάρκαρε έτσι ώστε το αυτοκίνητό του να κλείνει όχι ένα μα δύο άλλα αυτοκίνητα και κατευθύνθηκε νωχελικά στην είσοδο του κτιρίου. Δεν χαιρέτισε το θυρωρό και στο ασανσέρ έκλασε αθόρυβα βγαίνοντας στον όροφο που βρισκόταν το γραφείο του. Στρογγυλοκάθισε στην καρέκλα του, βούλιαξε κυριολεκτικά στην δερμάτινη επιφάνειά της. Όλη τη μέρα χάζευε στο you tube βίντεο από αγαπημένες μπάντες του, διαγωνισμούς drummer, guitar heroes, shredding και ό,τι άλλο του κατέβηκε, σε μια ατέλειωτη περιήγηση στο μαγικό κόσμο του διαδικτύου, διάρκειας 10 ωρών. Ακόμη και τη στιγμή που το αφεντικό του ήρθε πάνω από το κεφάλι του, αυτός έβαλε τα ακουστικά του και παρίστανε πως δεν τον είχε δει να έρχεται, ούτε τον άκουγε. Ούτε στα σωματίδια του σάλιου του δεν αντέδρασε που κατευθύνονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο πληκτρολόγιο, την οθόνη και το πρόσωπό του. Στις 6.30 μ.μ. ακριβώς, έκλεισε τον υπολογιστή του, φόρεσε το σακάκι του και έφυγε. Έσκισε τις κάλτσες του σε κάτι πετραδάκια, δίπλα στην πόρτα του αυτοκινήτου του. Στη διαδρομή της επιστροφής τρόμαξε κανά δυο γιαγιάδες στα φανάρια, έβρισε στα αραμαϊκά αυτή τη φορά ή τελοσπάντων σε μια διάλεκτο που πολύ τους έμοιαζε, ξήλωσε κάτι καθρέφτες από παρκαρισμένα οχήματα. Μπαίνοντας στο σπίτι του πήγε καρφί στο μπάνιο. Πρώτα σηκώνοντας το ένα πόδι κι ύστερα το άλλο μπήκε με τα ρούχα στην μπανιέρα και έβαλε τα κλάματα καθώς το νερό έπεφτε καυτό στο κεφάλι του, έτσι που τα δάκρυά του δεν ξεχώριζαν. Ούτε από τον ήχο δεν καταλάβαινε κανείς πως κλαίει. Το κλάμα του ήταν βουβό. Γδύθηκε. Στάθηκε γυμνός μπροστά στον καθρέφτη. Χωρίς γκριμάτσες τούτη τη φορά. Ξυρίστηκε. Έπειτα γυμνός ακόμη έφαγε. Μια στεγνή μπριζόλα. Το κρεβάτι του έμοιαζε ζεστό όταν έπεσε σε αυτό… Είχε μια στιγμή ανεξήγητης γαλήνης ακριβώς πριν κοιμηθεί.

Το επόμενο πρωί έπλυνε το πρόσωπό του, έφαγε ένα καλό πρωινό, έπλυνε τα δόντια του, έβαλε τα ρούχα του που ήταν έτοιμα στην καρέκλα από το προηγούμενο βράδυ, τα παπούτσια του, την κολόνια του, το παλτό του, όλα με τη σωστή σειρά και έφυγε. Στη διαδρομή δεν κόρναρε ούτε στιγμή. Πάρκαρε στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο, χαιρέτισε το θυρωρό κι έγνεψε ευγενικά σε όλους τους συναδέλφους του στο ασανσέρ. Δούλεψε σα σκυλί για τις επόμενες 10 ώρες και μάλιστα είχε μία αγαστή συνεργασία με το αφεντικό του, για ένα σοβαρό ζήτημα που είχε προκύψει. Στις 6.30 μ.μ. ακριβώς έφυγε και μισή ώρα μετά ήταν σπίτι του. Δεν είχε γελάσει ούτε στιγμή σήμερα. Δεν είχε δακρύσει καθόλου. Ήταν και πάλι λειτουργικός.

Κωστής Κατσαρός


Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Τις περισσότερες φορές, οι σκέψεις δεν έχουν μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Στην κυριολεξία δηλαδή, σχεδόν εφάπτονται. Χρονικά, θεματολογικά. Συνδέονται με τρόπο ανεξήγητο, με ένα συνεκτικό ιστό, αόρατο, αυστηρά ιδιωτικής χρήσης και κατανάλωσης. Ένα βράδυ της Πέμπτης σε κάποιο live, η γαμημένη η σερβιτόρα (που στην τελική τη δουλειά της κάνει) σου αραδιάζει τη λίστα με μπύρες κινέζικες, μοναστηριακές, αυστριακές κι εσύ διαλέγεις μια Heineken. Γιατί βαριέσαι και στην τελική δεν έχει και τόση σημασία. Καλή κι η πράσινη, ιδίως όταν άλλα σε βασανίζουν. Σε βασανίζει η έμπνευση, ή μήπως η έλλειψή της, η αλήθεια, η σημασία τους. Κι όλα συνδέονται. Με την επόμενη μέρα που κόλλησες στην κίνηση ή κάποια άλλη αξιομνημόνευτη μόνο επειδή έβαλες τα γέλια στο φανάρι για τα Μελίσσια(Αττικής), με την παράδοξη σχέση της πινακίδας, της αστικής συγκοινωνίας που έγραφε Ναυτική Βάση με το mega κατάστημα της ALOUETTE στο φόντο. Η σκέψη όμως που σε βασανίζει περισσότερο και ξεπηδά στο μυαλό σου συνέχεια, ανεξέλεγκτα σχεδόν, είναι αυτή για τους παραμυθάδες των καιρών. Γιατί νιώθεις πως οι καλύτερες ιστορίες δεν ειναι πάντα οι πραγματικές ή έστω οι βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα. Είναι οι όμορφες. Οι όμορφα γραμμένες, ειπωμένες, αποτυπωμένες, ζωγραφισμένες. Και τώρα πριν προλάβεις να καταπιείς την μπουκιά σου και αυτή σου τη νέα εμμονή, κλαις με λυγμούς στους τίτλους του BIG FISH, κι όλο αυτό σε συγχορδία. Κι αμέσως μετά ενα ντοκιμαντέρ για τη Niki de Saint Phalle και τον Jean Tinguely που μοιράστηκαν τη ζωή, το έργο, το ταλέντο τους, τους δαίμονές τους. Είσαι πια βέβαιος. Οι παραμυθάδες των καιρών μας, όπου κι αν αυτοί βρίσκονται, δίνουν κάτι νέο στην αντίληψή μας, χρησιμοποιώντας το ιδεατό, το ψεύτικο δηλαδή, και μέσα σε αυτή τους την τεράστια αντίφαση δημιουργούν από το τίποτα τη νέα αλήθεια. Κι ανοίγεσαι. Και γίνεσαι ελαστικός. Ακόμα και με τις σάλτσες σε μια ιστορία, σαν αυτές από φίλο σε φίλους. Γιατί όλα έχουν το ρόλο τους. Ξεχνάς για λίγο, με όλα αυτά τη νευρωτική σου σχέση με την αλήθεια (μάταιος στόχος a priori) και νιώθεις ελαφρύτερος. Κι έπειτα πάλι σε συνθλίβει το βάρος της ευθύνης.Να πεις κι εσύ την ιστορία σου.

Κωστής Κατσαρός











Τρίτη 6 Απριλίου 2010

ΤΥΧΗ ΒΟΥΝΟ

Όταν η τύχη σε οδηγεί σε διαμάντια..








Κωστής Κατσαρός

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ, Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΚΑΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΤΟ ΤΑΜΕΙΟ..

Μπλεγμένος κι εγώ στον αφόρητο ντόρο, την ακατάπαυστη παραφιλολογία, την ανείπωτη παπαρολογία, από λογής εθνοπατέρες που εμφανίζονται βλοσυροί στο γυαλί, θιγμένοι για μια ακόμη φορά σαν άξιοι απόγονοι και συνεχιστές του κλασικού ελληνισμού, λες και τίποτα δεν παρενεβλήθη,παρατηρώ. Σχεδόν αναγκασμένος από την "αιφνίδια", υπέρμετρη αύξηση του ελληνικού δημοσιονομικού ελλείματος και κατ΄επέκτασιν του εξωτερικού χρέους της χώρας αναρωτιέμαι για τις πραγματικές αιτίες και κυρίως για τις πραγματικές διαστάσεις αυτού του καλοστημένου πανηγυριού, μιας κι οι πρώτες, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον , μοιάζουν προφανείς. Διότι σε κάτι που λίγο άπτεται της πραγματικότητας, όπως εν προκειμένω το ίδιο το οικονομικό σύστημα, ενα πλασματικό περιβάλλον , ενα οικόδομημα φτιαγμένο εν πολλοίς με αέρα, ούτε καν με άμμο, όταν προκύπτουν τέτοιες στοχοθετημένες επιθέσεις με σκοπό την ελεγχόμενη ανισορροπία εντός επιπρεπόμενων πλαισίων, κάποιος ωφελείται. Και εν μέσω τέτοιων, κάποιος οφείλει να σκέφτεται απλά. Ενίοτε ακόμη και απλοϊκά. Ας πάρουμε λοιπόν το ζήτημα του εξωτερικού χρέους της χώρας, και ας το εξετάσουμε για λίγο σαν απόλυτη συνέχεια , της προσπάθειας ανόδου του δολλαρίου έναντι του ευρώ, την αύξηση των εξαγωγών της Γερμανίας (δεύτερης εξαγωγού οικονομίας παγκοσμίως), ωφέλειας της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας ή του Δ.Ν.Τ, σε ενδεχόμενο νέο δανεισμό του ελληνικού κράτους. Αρχίζει και βγάζει λίγο νόημα τώρα. Και κάτι ακόμα.Εμείς χρωστάμε παντού, οχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο ύπαρξης ως εθνική οντότητα, από γέννησης του ελληνικού κράτους. Με μια ματιά όμως στην σχετική λίστα των εξωτερικών χρεών των χωρών παγκοσμίως, παρατηρούμε πως η Ελλάδα βρίσκεται μόλις στην 37η θέση, ενώ την ίδια ώρα οι πρώτες 3 θέσεις καταλαμβάνονται από τις Η.Π.Α , το Ηνωμένο Βασίλειο και την Γερμανία αντίστοιχα. Δηλαδή από τις κατά σειράν ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη και φυσικά πιστωτές για χώρες όπως η Ελλάδα. Το ερώτημα που προκύπτει απλό. Αυτοί σε ποιόν χρωστάνε????!!!!???? Εγώ τώρα από την πλευρά μου, ανάμεσα σε άλλα, αρχίζω να βρίσκω τα σενάρια επεισοδίων των X-FILES (σειρά των 90s που έκανε θραύση), πειστικότατα.

Κωστής Κατσαρός

Υ.Γ:Για περισσότερες και πλέον εξειδικευμένες πληροφορίες, δείτε το σχετικό βίντεο και δώστε βάση στα λεγόμενα του MAX KEISER, γνωστού οικονομικού αναλυτή σε συνέντευξη του στο τηλεοπτικό δίκτυο AL JAZZERA.


Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

ΟΙ ΚΙΤΡΙΕΣ

Ξεκλέβεις δύο μέρες ή δύο νύχτες, τελοσπάντων, με την ψυχή στο στόμα. Και φεύγεις. Γλαρώνεις σε ατέλειωτες ευρωπαικές ευθείες. Είσαι με απόλυτη βεβαιότητα ο άρχοντας του αυτοκινητόδρομου. Όχι επειδή έχεις το πιο γρήγορο όχημα, μα επειδή μπορείς να ακούς τη μουσική σου δυνατά και δυο μάτια ανήσυχα, σαν μαύρες κουκίδες, σε θαυμάζουν που κοπανιέσαι σαν απροσάρμοστος. Στροβιλίζεσαι σε αλλεπάλληλες στροφές, σαν κορδέλα σε γυμναστικές επιδείξεις. Η φυγή πάντοτε πιο εύκολη. Ο καιρός σύμμαχος, ο ίδιος ο χρόνος σύμμαχος. Πριν καλά καλά το καταλάβεις, ρουφάς την μπύρα σου με λαιμαργία, καταναλώνεις αδηφάγα εικόνες, κατεβάζεις τον καπνό απο το τσιγάρο σου μέχρι το στομάχι, βολτάρεις στον ήλιο, κλαις για τη γαμημένη την ομάδα σου. Τα ίδια μάτια σαν μαύρες κουκίδες, πάλι εκεί, πάντα εκεί. Τρως όπως πρέπει, με το κύμα να σκάει στο πόδι σου, σε ένα τόπο στο τέρμα του δρόμου. Εκεί που οι κιτριές ανθίζουν ακόμη.Αυτή τη φορά καταναλώνεις μυρωδιές. Ένας ηλιοκαμμένος ψαράς, με ενα παχύ στρώμα απο αλάτι στα χέρια, στο πρόσωπο, με την καθημερινή του βόλτα σου υπενθυμίζει πώς αξίζει να ζεις. Ξέκλεψες δυο μέρες ή δυο νύχτες. Και τώρα γυρνάς πίσω. Γλαρώνεις στις ίδιες ευρωπαικές ευθείες, με σχετική νομοτέλεια, στροβιλίζεσαι σε αλλεπάλληλες στροφές, κοπανιέσαι σαν απροσάρμοστος. Τα Μέγαρα σε καλωσορίζουν με την αφοπλιστική τους ασχήμια. Προπομπός τα Μέγαρα. Η Αθήνα μυρίζει το ίδιο, κινείται το ίδιο, έχει το ίδιο χρώμα. Κάπου όμως υπάρχουν κρυφές γωνιές της. Τώρα το ξέρεις. Είσαι πιο σίγουρος από ποτέ, πως υπάρχουν. Κάπου στα σπλάχνα της πόλης, δεν είναι όλα γκρίζα. Σε ενα οικογενειακό τραπέζι, στα πεντηκοστά γενέθλια μιας αλλόκοτης κυρίας, στα ποδήλατα που διασχίζουν θαρραλέα τους δρόμους, στις δυο-τρεις φάτσες, που κάποιο ανεξήγητο λόγο σου έλειψαν. Αυτό και μόνο αρκεί. Να θέλεις να γυρίσεις.

Κωστής Κατσαρός








Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Κάποιες φορές επιστρέφεις για λίγο στον αμνιακό ωκεανό, τον ωκεανό της ζωής. Συμπλέκεις τα χέρια και το κορμί σου ολόκληρο, εμβρυακά. Γιατί ακούς και πάλι σαν έμβρυο. Την πρώτη μουσική σου. Είναι ένα θέμα του Σοπέν, μια μπαλάντα των Scorpions, ή ένα βαρύ ζεϊμπέκικο του Άκη Πάνου. Λίγη σημασία έχει. Ό,τι κι αν είναι, είναι με αγάπη. Η μητέρα κάνει τις δουλειές του σπιτιού, με μικρές, ανεπαίσθητες κινήσεις. Να μην σε πληγώσει˙ να μην σε προδώσει. Ντυμένη στα πράσινα. Σαν πρόωρη άνοιξη. Τα χέρια της μουλιάζουν στο νερό και στο σαπούνι. Ακούς ό,τι ακούει. Τρως ό,τι τρώει. Δεν σκύβει πολύ. Της το ΄πε ο γιατρός. Έχει κόψει και το τσιγάρο, ούτε μπύρα δεν πίνει πια. Είναι στον έκτο μήνα της. Κι ολά αυτά για σένα. Λίγο μετά σε χτυπά ο γιατρός στην πλάτη. Ανασαίνεις και κλαίς. Την αντικρύζεις. Αυτή και τον κόσμο. Για πρώτη φορά. Αθώος. Για πρώτη και τελευταία. Αθώος. Χρόνια μετά, σαν μια κλεψύδρα κύλησαν. Επιστρέφεις για λίγο στον αμνιακό ωκεανό.Τον ωκεανό της ζωής.

Κωστής Κατσαρός

Υ.Γ.1: Η υπόσχεση για τη σημειολογική χρήση της πέτρας ισχύει (για εσένα τα λέω Δημήτρη).
Υ.Γ.2: Δώστε λίγο από το χρόνο σας και ακούστε όλο το κομμάτι..

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

sitting at the side of satan. reasons why!?

Δεν υπήρξα σε καμία φάση της ζωής μου φανατικός οποιασδήποτε θρησκείας και κατ΄ επέκταση ούτε του σατανισμού.. Επόμενο λοιπόν κι η επιλογή του τίτλου αυτού του μπλογκ( σε πείσμα των καιρών με ελληνικούς χαρακτήρες), να αποδίδεται ξεκάθαρα σε λόγους αισθητίκης φύσεως, πιθανότερης οικειότητας με το κακό ως φιλοσοφικής ή οντολογικής έννοιας, μουσικού γούστου (μεταλ ρε μούτρα) και τέλος μιας αταλάντευτης και χρόνιας ροπής στην πρόκληση. Οχι οποιουδήποτε είδους φυσικά, μα κυρίως εκείνης που σχετίζεται σχεδόν νομοτελειακά με την ηθική και κατα συνεπείαν αισθητική τάξη πραγμάτων σε μια χώρα που έχει πάψει να σοκάρεται με οτιδήποτε πλην της προσβολής της ελληνικότητας. Μια ελληνικότητα που φαντάζει πιο αδύναμη παρά ποτε, ακούλτουρη κι άνυδρη, σε απόλυτη σύμπραξη με την παγκοσμιοποιημένη "αποκουλτουροποίηση", την άνοδο της ακροδεξιάς σε ευρωπαικό επίπεδο...και άλλα τοσα. Είναι η πρώτη φορά που γράφω στο δικό μου μπλογκ και σίγουρα δεν θα συνεχίσω το ίδιο βαρύγδουπα...Είναι απλά η τύχη του πρωτάρη, σε μια απρόσμενη κρίση κοινωνικής διαύγειας και συνείδησης..Είναι βεβαίως και το άγχος της πρώτης φοράς..( που μπαίνει ρε παιδιά-που το βάζω κτλ)..Εγώ θα γράφω (θα προσπαθώ τουλάχιστον), για μουσική, για κινηματογράφο, για ό,τι άλλο μου κατέβει, για τέχνη κι οτι ήθελε προκύψει. Περιμένω τους φίλους. Να διαβάσουν, να βρίσουν, να προτείνουν, να προτρέξουν και γενικά να κάνουν αυτό που οι φίλοι πρέπει να κάνουν. Θα επανέλθω δριμύτερος με ένα ποστ για την σημειολογική χρήση της πέτρας.. Περισσότερα σε λίγο.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ

Κωστής Κατσαρός