Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Το νέο σπίτι είναι όμορφο. Το νέο σπίτι είναι άδειο. Πιθανότατα γι΄αυτό είναι όμορφο. Στο μικρό δωμάτιο έχει κούτες και μεγάλες πλαστικές σακούλες που χωρούν πολλά πράγματα. Στους υπόλοιπους χώρους έχει έπιπλα και ηλεκτρικές συσκευές, κάδρα και ράφια δεν έχουν κρεμαστεί ακόμα στους τοίχους. Δεν μου αρέσει να τρυπάω τους τοίχους, θα φέρω έναν άνθρωπο ειδικό γι’ αυτή τη δουλειά. Είναι ευλογία τέτοιοι άνθρωποι. 

Το νέο σπίτι είναι όμορφο. Έχει ένα γλυκό φως ακόμα και τις μέρες με συννεφιά. Στο μπροστινό μπαλκόνι η θέα είναι ανεμπόδιστη στη Φωκίωνος Νέγρη. Τη Φωκίωνος την περπάτησα πολλές φορές, πάνω κάτω, με τον πατέρα μου, από την πλατεία της Κυψέλης μέχρι το ΑΕΛΛΩ όταν ακόμα είχε μια άιθουσα και κόκκινη μοκέτα. Η καντίνα με τα ποπκορν και τη γρανίτα ήταν δεξιά από το εκράν, στο μπροστινό μέρος της αίθουσας, εκεί που συνήθως είναι οι έξοδοι κινδύνου κι έτσι μου έκανε εντύπωση αυτή η διαρρύθμιση. Δεν είχα σκεφτεί τότε πως για τους περισσότερους ανθρώπους είναι πιο χρήσιμη μια γρανίτα απο μια έξοδο κινδύνου.

Το νέο σπίτι είναι όμορφο. Το νέο σπίτι είναι στην Κυψέλη και την Κυψέλη την αγαπώ. Είναι μια μορφή πατρίδας η Κυψέλη, (το σπίτι της γιαγιάς μου ήταν επί της οδού Βελβενδού) όπως κάθε παιδική μνήμη κι ίσως ήταν γραφτό να επιστρέψω μια μέρα εδώ. 

Το νέο σπίτι είναι όμορφο και άδειο. Θα το γεμίσω. Σιγά σιγά. Δεν γεμίζουν βιαστικά τα σπίτια. Μόνο αδειάζουν βιαστικά. Είναι διαμπερές κι έτσι το ρεύμα αέρα που δημιουργούν τα αντικριστά ανοίγματα παίρνει κάποιες σκέψεις μαζί του· ευτυχώς γιατί μαζεύτηκαν πολλές. 

Μια μέρα θα αφήσω αυτό το σπίτι, την Κυψέλη, την Αθήνα. Μέχρι τώρα είναι η μόνη γυναίκα που δεν ξεπέρασα η Αθήνα. Μια μέρα θα την αφήσω όμως αφού είναι ο μόνος έρωτας της ζωής μου που εκπληρώθηκε και μόνο οι ανεκπλήρωτοι έρωτες κρατούν για πάντα, μια μορφή υπόσχεσης οι ανεκπλήρωτοι έρωτες.

Θα βρω μια μεγάλη έκταση γης εκεί γύρω στα δύο στρέμματα, σε έναν άγονο τόπο για να χω κάτι να ασχολούμαι, κάτι να προσμένω. Σε αυτό τον τόπο θα μιλάνε μια άγνωστη σε μένα, ανάδελφη γλώσσα, με σύντομους και περιεκτικούς φθόγγους που συμπυκνώνουν το νόημα της ζωής. Όταν βρέθω εκεί, γέρος πια, δεν θα ‘χω χρόνο για χάσιμο, δεν θα ‘χω χρόνο για ασήμαντα πράγματα.

Εκεί θα χτίσω ένα σπίτι. Στο κέντρο του οικοπέδου. Θα το χτίσω χωρίς βοήθεια από κανέναν. Με τα χέρια μου και την καρδιά μου. Θα δουλέψω τη γη, θα σκάψω, θα σπείρω μέχρι να μου κάνει τη χάρη η γη να μου παραδοθεί δίνοντας τους καρπούς της. Θα έχω συντροφιά μονάχα έναν σκύλο . Για όλες τις εποχές, τις μέρες της σποράς, τις μέρες του θερισμού.

Οι άνθρωποι θα με επισκέπτονται συχνά πυκνά, θα τους βλέπω να φτάνουν, να πλησιάζουν αργά από το στενό και ίσιο δρόμο, θα πατάνε κόρνα χαιρετώντας και εγώ θα αποκρίνομαι υψώνοντας το δεξί μου χέρι στον αέρα, τάχα πως δεν τους περίμενα και θα πίνουμε ενα καφέ, θα καπνίζουμε και ένα τσιγάρο, να θυμηθούμε τα παλία και τον καιρό που όλα μοιάζαν άφθαρτα, θα λέμε τα νέα μας και θα χαιδεύουμε τον σκύλο καθισμένοι σε πλαστικές καρέκλες.

Το νέο σπίτι είναι όμορφο. Το νέο σπίτι είναι άδειο. Έτσι φαντάζομαι είναι μια καινούρια ζωή. Άδεια. Κι ελεύθερη, γιατί δεν πρόλαβε να ηττηθεί. 


Πρέπει να μπουν τα κάδρα στους τοίχους. Πρέπει. Γιατί εγώ αγαπώ τις ερωτήσεις και χωρίς τα κάδρα έχει ηχώ.  Ακούω τη φωνή μου να επιστρέφει όταν σκέφτομαι μεγαλόφωνα. Μερικές φορές ξεχνιέμαι και απαντάω.