Είχαν δεν είχαν περάσει 3 βδομάδες από τότε που τον έχασε. Ούτε τα σαράντα δεν είχε κάνει ακόμα. 50 χρόνια ήταν μαζί. Μοναχοπαίδια κι οι δύο, γνωρίστηκαν αργά σχετικά. Εκεί γύρω στα 35 αυτός, δέκα χρόνια μικρότερη εκείνη. Παιδιά δεν έκαναν ποτέ. Ήθελαν, δεν είναι πως δεν ήθελαν. Μα ποτέ δεν τα κατάφεραν. Οι δυο τους μια ζωή. Αδέλφια δεν υπήρχαν, κάτι λίγοι συγγενείς μόνο, από την πλευρά της, κάτι ξαδέλφια μακρινά, όπως και να ΄χει. Σπάνια βρίσκονταν. Φίλοι λίγοι και καλοί. Ένα ζευγάρι φιλικό δηλαδή, εκεί στη γειτονιά τους. Δυο σπίτια παραπάνω, στο 46 της οδού Παπαφλέσσα. Με πόση αγάπη κοιτούσαν κι οι δυο τους τα παιδιά των γειτόνων. Πάντα με αγάπη, ποτέ με ζήλια. Στην κηδεία του κυρ- Θανάση θα ΄ταν δε θα ΄ταν 10 άτομα μαζί με τον ιερέα και τα κοράκια. Μόνη της τον έζησε. Μόνη της τον έκλαψε. Τις τελευταίες ημέρες είχε καταλαγιάσει λίγο το κλάμα. Ο σπαραγμός την κούρασε. Σωματικά πλέον. Άλλωστε δεν ήταν πια παιδί, είχε πατήσει για τα καλά τα 75 και παρόλο που δεν την έλεγες γριά, το προσωπό της χαρακωμένο, γεμάτο ρυτίδες, την έδειχνε κάμποσα χρόνια μεγαλύτερη. Τώρα ο πόνος ήταν βουβός, σιωπηλός. Τα δωμάτια στο σπίτι βουβά κι αυτά, αντηχούσαν την σπαρακτική απώλεια. Δεν κοιμόταν στην κρεβατοκάμαρα τους, από τότε που εκείνος "έφυγε". Δεν το βάσταγε. Όλα τα άλλα, με περίσσιο κόπο, με βάσανο μεγάλο, τα βάσταγε, μα αυτό όχι. Ο ύπνος της θολός, ανήσυχος. Τα όνειρα της γεμάτα απο εκείνον. Όσα θυμόταν δηλαδή. Όνειρα που γίνονταν εφιάλτες με το που άνοιγε τα μάτια της. Η απουσία εκκωφαντική. Έφτιαχνε με χίλια ζόρια ένα καφέ κι έπειτα άλλον ένα, για εκέινον. Ακριβώς όπως τον ήθελε. Πάντα τον πετύχαινε κι εκείνος έιχε να το λέει. Διπλός ελληνικός με ολίγη. Δεχόταν λιγοστές επισκέψεις και το τηλέφωνο χτύπαγε ακόμη πιο σπάνια. Κατά τη διάρκεια της ημέρας καθάριζε το σπίτι, κυρίως όμως τακτοποιούσε το γραφείο του. Είχε βρει ένα παράξενο σύστημα, όσο εκείνος ζούσε ακόμα, μιας κι ήταν τακτικός σε βαθμό νεύρωσης. Σχεδίαζε σε ένα πατρόν, με τα μικρά, ασθενικά θα έλεγες, χέρια της, με ακρίβεια τις θέσεις των αντικειμένων του γραφείου κι έπειτα τα μετακινούσε για να ξεσκονίσει. Μόλις τέλειωνε τα τοποθετούσε ακριβώς εκεί που ήταν. Ούτε χιλιοστό παραδίπλα. Αυτό έκανε ακόμη, σα να φοβόταν την γκρίνια του που τόσο αγαπούσε. Καθισμένη αργά το απόγευμα στην πολυθρόνα του, τον θυμόταν να την κοιτάζει επίμονα όταν ήταν νέοι, κι ύστερα να καρφιτσώνει την εφημερίδα του, για να γίνεται πιο εύκολη η ανάγνωσή της, σε μία πρόχειρη, αυτοσχέδια, μα πέρα για πέρα επιδέξια βιβλιοδεσία. Κάποιες μέρες πάλι την έπαιρνε για λίγο ο ύπνος. Εκεί κουλουριασμένη. Το κουρασμένο σώμα της έβρισκε για λίγο ανάπαυση. Οι μέρες έτσι κυλούσαν. Αργά, βασανιστικά. Τις τελευταίες δυο-τρείς όμως το ένιωθε. Πως δε θα αντέξει για πολύ. Ήθελε να φύγει κι εκείνη. Στο μυαλό της ηταν βέβαιο πως θα συναντιόντουσαν ξανά. Έφερνε στο νου της μάλιστα, εκείνο το στιχάκι του Λειβαδίτη. " Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά, για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε."
Η αναμονή της κράτησε λίγο περισσότερο. Άλλοτε με κλάμα, άλλοτε με χαμόγελο. Μα ποτέ με λήθη. Δεν ξέχασε τίποτα από εκείνον. Τίποτα. Μέχρι που χάθηκε κι εκείνη. 5 χρόνια μετά, ένα πρωινό του Οκτώβρη τη βρήκαν οι γείτονες. Κουλουριασμένη στην πολυθρόνα του.
Κωστής Κατσαρός