Οι σταθμοί των τρένων μελαγχολικοί. Λες και συνωμότησαν οι υπεύθυνοι. Για το γκρι, τις λάμπες φθορίου, σαν τεράστια τουαλέτα. Να δακρύζουν οι αγαπημένοι στην αποβάθρα, να λαμπυρίζουν τα δάκρυα, από φώσφορο φτιαγμένα, να σφίγγεται η καρδιά σου. Ένα τσιγάρο βιαστικό, στη ζούλα, κολλάει στα χείλη, από το κρύο, τα ματώνει λίγο στις άκρες. Με τρεμάμενα χέρια, χέρια παγωμένα το έστριψες, με απροσδόκητη φροντίδα, να το χαρείς. Να μην πετάξεις τη στιγμή στα σκουπίδια, να βάλει τα πράγματα στη θέση τους ένα πράγμα, αφού το στομάχι σου είναι τώρα στα πόδια σου. Το πατάς. Μπλέκεται την ώρα που σέρνεις τη βαλίτσα σου. Να σέρνεις εσύ μπροστά, να ξεριζώνεται η αποβάθρα από πίσω. Τα κορδόνια σου λύνονται, να σταθείς να τα δέσεις. Μη γυρίσεις πίσω με λιγότερα δόντια και γελάν οι φίλοι σου και σε πειράζουν. Εσένα πάλι, δεν σε πειράζει. Το φαντασιακό σύμπαν απέραντο, άπειρο, σαν το πραγματικό και ξάφνου με αυτή την σκέψη, που τη γράφεις κιόλας, βουτάς βαθιά. Για το περασμένο της ώρας. Κι οι ράγες μυρίζουν βροχή, κι έχουν σίγουρα πάνω σημάδια. Από το ασταμάτητο σούρτα-φέρτα των μεταλλικών, βαριών βαγονιών, που τους δίνει ζωή το κοπάδι των ανθρώπων. Μας τα έκοψαν όλα, σκέφτεσαι. Να μας κόψουν και το τσιγάρο? Κι ο τονισμός των ιταλικών λέξεων στα μεγάφωνα αντηχεί, μεθοδικός, μελωδικός, μια παλιά ιστορία η γλώσσα. Οι αριθμοί. Quattordici. Με το ci γεμάτο, παχύ. Γεμίζει το στόμα λέξεις, βραχείς ασθματικούς φθόγγους που δε λεν να βγούν. Πού να τα πεις και ποιος να σε ακούσει? Γεννήθηκες έτσι. Το δίχως άλλο. Κι έχεις αφήσει ένα κορίτσι, στο μονόχρωμο φόντο, που έσπαγε μόνο από τα μάτια της, θρυμματιζόταν απ΄τα μάτια της. Στις 16 σκέφτεσαι. Στις 16. Κι η τελευταία εικόνα, οι γόπες αμέτρητες στις ράγες. Κάθε τσιγάρο και καημός, κάθε καημός και τσιγάρο, παραφράζεις. Όλη η ζωή ένα φευγιό. Η υπόλοιπη επιστροφές γεμάτη. Και το τσούρμο ασταμάτητα κινείται, θολά, μέχρι που σβήνει.
Κωστής Κατσαρός