Eίδα ένα κορίτσι στον ύπνο μου. Ήταν ξανθό με γαλάζια μάτια. Το δέρμα της κόκκινο και λίγο ξεφλουδισμένο από τον ήλιο. Είχε φακίδες στο ύψος των μήλων και μια άσπρη στρώση αλατιού απάνω στους ώμους. Αυτό σημαίνει πως ήταν καλοκαίρι στο όνειρο, αν και δεν έχουν μεγάλη σημασία οι εποχές σε ένα όνειρο για ένα κορίτσι.
Αυτό το ίδιο κορίτσι θα μπορούσε να έχει τα ίδια μάτια και ζυγωματικά και έναν αστείο σκούφο και να χιονίζει πίσω από την πλάτη της όπως την κοιτάζω και φοβάμαι μην στροβιλιστεί στον αέρα σα νιφάδα χιονιού. Στο όνειρο όμως ήταν καλοκαίρι και μετά από λίγο το φίλησα το κορίτσι. Πίναμε κάποιο ποτό με φυσσαλίδες στο πιο λάθος ποτήρι για τέτοια ποτά, αν και στα όνειρα κανένα ποτήρι δεν είναι λάθος.
Αυτό το ίδιο κορίτσι θα μπορούσε να έχει τα ίδια μάτια και ζυγωματικά και έναν αστείο σκούφο και να χιονίζει πίσω από την πλάτη της όπως την κοιτάζω και φοβάμαι μην στροβιλιστεί στον αέρα σα νιφάδα χιονιού. Στο όνειρο όμως ήταν καλοκαίρι και μετά από λίγο το φίλησα το κορίτσι. Πίναμε κάποιο ποτό με φυσσαλίδες στο πιο λάθος ποτήρι για τέτοια ποτά, αν και στα όνειρα κανένα ποτήρι δεν είναι λάθος.
Επίσης στα όνειρα - κι έχει μια αξία αυτό- έρχονται και μας βρίσκουν τα κορίτσια που θέλουμε, ένα παζλ φτιαγμένο από ανεπίστρεπτους έρωτες, φλερτ και περαστικές οπτασίες.
Εμένα ας πούμε πότε δε μου άρεσαν τα ξανθά κορίτσια και γι' αυτό έχει κάποια σημασία το κορίτσι στο όνειρο.
Φορούσε ένα λευκό φόρεμα, μακρύ, σχεδόν έγλειφε την άμμο, δεν ήταν πολύ ψηλή, ήταν όμως αέρινη και διάφανη με ένα τρόπο και το φόρεμα της έγλειφε την άμμο και λερωνόταν στις άκρες.
Έπειτα η άμμος έγινε κεντρική λεωφορός σε μια πόλη που θύμιζε την Αθήνα.
Και περνάγαμε λέει τα φανάρια πεζοί με πορτοκαλί ή και κόκκινο σαν απερίσκεπτοι έφηβοι ή σαν αυτοκίνητα. Τα αυτόκινητα όμως δεν έχουν ψυχή όπως και όλες οι μηχανές, ενώ εμείς στο όνειρο είχαμε περίσσευμα ψυχής έτσι όπως τρέχαμε και γελούσαμε.
Θυμάμαι σαν τώρα δα το κορίτσι ξυπόλητο πότε να περπατά απάνω στο νερό πότε στο πεζοδρόμιο, και πότε πότε να αιωρείται λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος - αρκετά να μπορεί να χαρακτηριστεί η αιώρηση πτήση - δεν περπάταγε πια. Τη θυμάμαι να μου απλώνει το χέρι. Είχα κόντρα τον ήλιο και έβλεπα μόνο τη σκιά της.
Μέσα στην πόλη τα φανάρια φωτεινά, γυάλιζαν, και γυάλιζε και η άσφαλτος σα να είχε βρέξει δέκα λεπτά μονάχα και ήταν οι αντανακλάσεις των ανθρώπων, των φαναριών, των κτιρίων σα χυμμένα χρώματα. Και μέτα ξάφνου όπως συμβαίνει συνήθως με τα όνειρα, η ασφάλτος ήταν όντως γεμάτη με χρώματα χυμμένα και το κορίτσι έτρεχε πάνω τους χωρίς καθόλου να τη νοιάζει και λέρωνε το φόρεμά της.
‘Οταν μετά από λίγο βρεθήκαμε μπροστά σε ένα μπουφέ δίπλα σε μια πισίνα, το φόρεμα ήταν και πάλι κατάλευκο κι εγώ κατάλαβα πως ήμασταν σε κάποιο γελοίο ιβέντ, γλέντι γάμου, άδειο από αγάπη και κάβλα ικανή να σε κάνει να πιστέψεις πως γίνεται να υπάρχει ένας για σένα άνθρωπος σε αυτόν τον αλύτρωτο κόσμο.
Ήταν πολύς κόσμος γύρω από τα τραπέζια του μπουφέ αλλά μόνο εμείς φτάναμε να φάμε, εγώ και το κορίτσι. Οι υπόλοιποι συνδαιτημόνες χοροπήδουσαν σαν τα σκυλιά ανάμεσα στα πόδια μας αλλά δεν έφταναν τα χέρια τους να αρπάξουν ούτε πέτσα, ούτε μια μπουκιά ψωμί.
Το κορίτσι έτρωγε με μανία κι ήταν ακόμη όμορφο, σα να 'γινε κι η λαιμαργία όμορφη απάνω της, με εκείνη την ομορφιά που έχουν μόνο τα αμαρτήματα.
Έτρωγε κι ανάμεσα στις μπουκιές μιλούσε ασταμάτητα. Δε θυμάμαι τη φωνή της μα πρώτα είπε κάτι σαν αυτό “μόνο εμείς φτάνουμε το φαγητό, μπορεί να είναι γιατί είμαστε ερωτευμένοι”. "Μα μόλις σε γνώρισα" έιπα. "Ναι αλλά είμαστε σε όνειρο" συνέχισε, "και στα όνειρα όλα μπορούν να συμβούν". Μου το είπε σα να το 'χα ξεχάσει κι ίσως και να 'χα ξεχάσει πως είναι να ζεις σ' ενα όνειρο. Κι έπειτα μου είπε ξαφνικά και το πρόσωπο της θάμπωσε και ένα δάκρυ γυαλιστερό, πιο γυαλιστερό από διαμάντι, της έσχισε το δεξί της μάγουλο.
“πρέπει να φύγω σύντομα, έχω και τις δίδυμες, είναι στο σπίτι, γεννήθηκαν 5 χρονών, κανονικά κορίτσια, με κοτσιδάκια και φορέματα, έτσι βγήκαν”
Τη φίλησα και ένιωσα να ραγίζει το δέρμα της σα να 'ταν από πορσελάνη, μέχρι που έγινε κομμάτια στα πόδια μου μπροστά και οι καλεσμένοι με κοίταζαν σα να 'χα κάνει ζημιά κι ήμουν λεει ξανά 10 χρονών με κόκκινα μάγουλα έτοιμος να βάλω τα κλάμματα γιατί την είχα κάνει τη ζημιά και με έπιασαν επ’ αυτοφόρω.
Το κορίτσι θα 'ταν δε θα 'ταν 25 χρονών, όμορφη και περαστική σαν αμυγδαλιά στην καρδιά του χειμώνα ή σαν κύμα ένα απογεύμα στο τέλος του καλοκαιριού εκεί κοντά στα μέσα του Σεπτέμβρη, που στις καρδιές μας είναι καλοκαίρι, γιατί έχει 5 μήνες το καλοκαίρι στα μέρη μας, δεν υπακούσαμε στις εποχές έτσι απο γινάτι σε αυτόν εδώ τον τόπο.
Το κορίτσι. Όλα γι αυτό γίνονται. Περαστικό και άπιαστο, ελεύθερο και ωραίο έγινε κομμάτια και δε θα το ξανασυναντήσω αλλά μοιραστήκαμε το όνειρο και πως να το ξεχάσω..