Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

ΜΠΟΓΙΕΣ

Οι σκέψεις μου είναι σκόρπιες. Κάποιες στιγμές είναι δυνατές, άλλοτε φευγαλέες, μα πάντα σκόρπιες. Με διεκδικούν, η καθεμιά με τον τρόπο της. Πότε με απορροφά το σημαντικό και πότε το ασήμαντο. Δεν υπάρχει όμως σκέψη που διεκδικώ εγώ. Καιρό τώρα.

Δεν μπορώ να γράψω λέξη, να βάλω δύο αράδες στη σειρά. Όλα μένουν μισά, ανολοκλήρωτα, ασθενικά. Και κάθεται βαρύς ο κόμπος στο λαιμό μου. Θυμίζουν κολλημένο πομπό σημάτων ΜΟΡΣ ή τα λόγια ενός τραυλού. Μα κι ο τραυλός να μιλήσει θέλει. Να τον ακούσουν.

Αφοσιώθηκα πολύ στους ανθρώπους μα και σε μένα κι οι λέξεις με άφησαν, όπως τις άφησα εγώ. Όχι απο εκδίκηση, ούτε για τιμωρία. Οι λέξεις δεν εκδικούνται, δεν τιμωρούν. Τουλάχιστον όχι από μόνες τους. Το τι κάνουμε εμείς με τις λέξεις άλλη κουβέντα.

Είχαμε κι αυτήν τη συζήτηση μέσα στις γιορτές, με την αδερφή μου και τη μικρούλα, για τη χαμένη έμπνευση και το άδειασμα μου κι η μικρούλα πολύ είχε στενοχωρηθεί κι η αδερφή μου μου είπε, σα να είναι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. " Είσαι στη Φλωρεντία- γράψε γι΄αυτήν- πώς γίνεται να μην σε εμπνέει μια πόλη σαν τη Φλωρεντία;" Δεν απάντησα τίποτα. Όχι στην αδερφή μου. Σε μένα.

Τί να γράψω για τη Φλωρεντία;;

Η Φλωρεντία είναι γκρι και το ιστορικό κέντρο της, πολλές μέρες, μυρίζει σκατά και υπόνομο και κάποιες άλλες το φως της είναι μαγικό κι ο ποταμός γκρι κι αυτός   και καφέ και στα νερά του, αισιόδοξοι έφηβοι κωπηλατούν σαν ομάδα, χορεύοντας με κουπιά στα χέρια, και παραδίπλα κάνει τις βουτιές του ένας υπερτροφικός-ντόπιος- αρουραίος/ κάστορας, καστουραίος δηλαδή, με πορτοκαλί δόντια.

Τί να γράψω για τη Φλωρεντία;;

Η Φλωρεντία είναι ίδια, ή σχεδόν ίδια, 500 χρόνια τώρα. Έχει καφέ και εστιατόρια και μπαρ-ταμπάκι και ψιλικατζίδικα με κουλοχέρηδες και μια ντουζίνα τύπους ξυστού (κληρονομιά του Σίλβιο) στην ιταλική κουλτούρα. Και έχει και χρωματοπωλεία που μυρίζουν πατρίδα.

Μεγάλη υπόθεση τα χρωματοπωλεία. Γιατί ένα χρωματοπωλείο, όπου κι αν βρίσκεται μέσα στον κόσμο, μυρίζει πατρίδα κι αυτό είναι απρόσμενο δώρο, όταν είσαι μακρυά. Οι μπογιές, τα εργαλεία, οι βίδες, τα σφουγγάρια, κάθε λογής σαβούρα που κάποια στιγμή μέσα στο χρόνο, για ανεξήγητους λόγους, είναι το πιο χρήσιμο πράγμα στον κόσμο, όλα αυτά έχουν την ίδια μυρωδιά παντού.

Και μέσα σε όλους αυτούς τους χώρους και έξω από αυτούς, στους δρόμους της, στις πλατείες της, η Φλωρεντία έχει ανθρώπους, που φοβήθηκαν την αναμέτρηση με την ιστορία της πόλης τους και την άφησαν ίδια, ανέγγιχτη, σα νεκρή παρθένο, σαν τη Μαντόνα που ζει στη Duomo και σε όλες τις εκκλησίες της πόλης. Είναι πολλά τα 500 χρόνια. Βαριά η κληρονομιά.

Βαρύς κι ο ίσκιος της Ακρόπολης. Μας βάρυνε τις πλάτες και τα χαμόγελα και τη δημιουργία. Ξάφνου μιλάω για την Αθήνα. Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή. Κι εμείς σκέψου αναμετρηθήκαμε. Από πριν ηττημένοι κι όμως αναμετρηθήκαμε. Και χτίσαμε και φτιάξαμε και λερώσαμε και φτάσαμε να ζούμε σε μια πόλη έκτρωμα, με τόση ομορφιά. Γιατι ο ακανόνιστος ρυθμός της, οι υπερβολές της, μα και οι απουσίες της, επιτρέπουν και εν τέλει προσφέρουν απλόχερα, την ασταμάτητη ανθρώπινη επαφή. Αυτός ο άρυθμος ρυθμός της μας ενώνει, αυτός ο άρυθμος ρυθμός της με κάνει τώρα να ξεφεύγω απ΄το θέμα.

Επιστρέφω.

Ποιός να βρεθεί να τα βάλει με τον Παρθενώνα; Μα ποιος να βρεθεί να γκρεμίσει την Ακρόπολη;

Κι έχουμε όλοι Ακροπόλεις και Παρθενώνες, προσωπικούς θριάμβους. Που μας βαραίνουν την ψυχή με τον ίσκιο τους, που δε μας αφήνουν σε ησύχια τα βράδια.Εγώ που δεν μπορώ να γράψω γραμμή, εσύ που ήσουν καλός μαθητής κι έπειτα αιφνιδίως ή όχι και τόσο, τα παράτησες όλα, κι εσύ που αναπολείς το μεγάλο σου έρωτα που χάθηκε, την πρώτη αγάπη, την παιδική σου ομορφιά, και σου έχει λέιψει να νιώθεις ξεχωριστός, κι εσύ που φορώντας τα καλά σου, απήγγειλες τα ποιήματα φαρσί με στεντόρια φωνή στις σχολικές γιορτές και τώρα κοκκινίζεις όταν κάποιος περαστικός σε ρωτήσει τι ώρα είναι... Έχουμε όλοι μας Ακροπόλεις και Παρθενώνες, προσωπικούς θριάμβους.

Από την άλλη πλευρά του ορίζοντα, πίσω από τα υπέροχα μάρμαρα, που αρνούνται πεισματικά να πέσουν, πίσω από τα λαμπερά, υπέροχα μάρμαρα, απλώνεται η θάλασσα. Και τι θα ήταν τα μάρμαρα, χωρίς θάλασσες να κατακτήσουμε;

Κωστής Κατσαρός