Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

EMPIRE STATE BUILDING

Θέλεις να ξεκινήσεις περπατώντας για την άκρη του κόσμου, εκεί που οι πάγοι, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, δε λιώνουν, αλλά έπρεπε κι αυτό το προνόμιο να τους το στερήσουμε. Ο αδηφάγος άνθρωπος, ο άνθρωπος κατακτητής, ο άνθρωπος εξερευνητής. Μια ακατάσχετη καταστροφική δύναμη ο άνθρωπος. Θέλεις να κολυμπήσεις όλο τον ωκεανό, χωρίς γραντζουνιά, χωρίς αμυχή, να θυμίζουν το ταξίδι, ανάμεσα στα πελώρια κύματα και τα άγνωστα θηρία της αβύσσου. Κι έπειτα ξεκούραστος, να βγεις στα πεζοδρόμια της Νέας Υόρκης γυμνός και να σκαρφαλώσεις με γυμνά χέρια στο Empire State Building, ένα- ένα τα παράθυρα, ένα- ένα τα πατώματα, μέχρι την ψιλόλιγνη κεραία, και να σταματήσεις μονάχα όταν όλο το κτίριο είναι πια από κάτω σου. Κι έπειτα να δώσεις ένα σάλτο και να προσγειωθείς στην 5η λεωφόρο, το κέντρο του κόσμου, γυμνός ακόμη και να χτυπήσεις το καμπανάκι της Wall Street, λίγα τετράγωνα μακρυά, και να περιφερθείς ανάμεσα τους ξυπόλητος, ανάμεσα στα γραβατωμένα ανδρείκελα και τη φρενιτιδά τους, γνωρίζοντας πως κανείς τους δε θα σε προσέξει να περνάς. Να κατουρήσεις στη γωνία σε κάποιο φυτό, να κοιμηθείς ήρεμα, στο τέλος της ημέρας, εκεί που χωρίζει η λήθη απ΄τη μνήμη, κάτω από τις γιγαντό-οθόνες στην Times Square.
Γιατί δεν έχεις τίποτα να κρύψεις κι έισαι άνθρωπος που ενάγει έντιμο βίο, και δεν αφήνεις τις συσκευές στο stand- by, και ξεχωρίζεις την ανακύκλωση κι όλα τακτικά τα κάνεις.
Και μια άλλη μέρα, να σκαρφαλώσεις τα σύννεφα μέχρι πάνω. Να πιαστείς από ένα χαμηλό, κοντά στην κορυφή του βουνού και να σκαρφαλώσεις μέχρι πάνω, να κάνεις μια στάση και να κυλιστείς στο κάτασπρο στρώμα τους, να παίξεις μαξιλαροπόλεμο με το κορίτσι σου, σε μια στιγμή ''θεαματικής'' χαράς. Σε μια ενσταντανέ στο σελιλόιντ, που ακόμα μυρίζει δολλάρια. Να δεις τη γη σαν μπλε μπάλα, μυστήρια στηριγμένη στο μαύρο, έναστρο κενό, σε ένα ατέλειωτο κοσμικό παιχνίδι, κι εσύ να αναπνέεις κανονικά, γιατί είσαι άνθρωπος κι οι άνθρωποι όλα τα μπορούν. Να δώσουν το χέρι τους να πιαστείς, να κόψουν το χέρι που απλώνεται για βοήθεια. Να αγκαλιάσουν σφιχτά και να πνίξουν. Να άναψουν τον κόσμο με φώτα πολύχρωμα και να τον κάψουν σε πολύχρωμες φλόγες και γιγάντια μανιτάρια. Να νοιαστούν και να αδιαφορήσουν. Γιατί όλα οι άνθρωποι τα μπορούν. Το καλό. Το κακό.
Κι εσύ ακόμα συνεχίζεις να θες, να τρέξεις, στα δάση του Αμαζονίου, στους παγετώνες των Άλπεων, στις θίνες της ερήμου. Σαν αγρίμι αγέρωχο, σαν άνθρωπος. Και σε πιάνει η ψυχή σου όταν σκέφτεσαι το μέγεθος του σύμπαντος και νιώθεις μοναξιά, ανάμεσα σε άλλα 6 δις ανθρώπους, που σου μοιάζουν, αλλά δεν είναι εσύ. Και σε πλακώνουν μονομιάς, όλες οι πολυκατοικίες της Αθήνας, ατάκτως ειρημμένες, στο αττικό λεκανοπέδιο και το στήθος σου.
Να πάρεις φόρα, και να πηδήξεις επάνω στον πύργο Απόλλων, στην Πανόρμου, και να αφουγγραστείς την πόλη από κάτω, και να ΄χεις λέει, τη δυνατότητα να απομονώνεις κουβέντες και γέλια και κλάμματα και φωνές και βία λεκτική, που σπάει κόκκαλα, αφού η γλώσσα είναι ο πιο δυνατός μυς του σώματος, και σε μια στιγμή μέσα, όλα, και τα δάση του Αμαζονίου, κι οι ωκεανοί με τα θηρία τους, κι η Νέα Υόρκη, κι η έρημος, κι η όμορφη Αθήνα, να απλώνονται στο κρεβάτι σου μικρόκοσμος.
Γιατί είσαι άνθρωπος. Και ονειρεύεσαι. Γιατί είσαι άνθρωπος κι όλα τα μπορείς. Γι΄αυτό σου λέω, πρόσεχε. Το νου σου.

Κωστής Κατσαρός