Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

ΜΑΤΕΡΧΟΡΝ

Ακολουθούν προσωπικές διαπιστώσεις.

Το Μάτερχορν είναι το πιο όμορφο βουνό.

Ο Yμηττός όχι..αλλά το ότι κάθε πρωί είναι εκεί κάπως ηρεμεί την ψυχή μου.

Ποτέ δε θα καταφέρω να απαθανατίσω την Ακρόπολη έτσι όπως φαίνεται από την Πατησίων, γιατί πάντα από τη θέση του οδηγού την αντικρίζω να προβάλλει στο τέρμα της ευθείας. Για να τα καταφέρω χρειάζεται μια φωτογραφική μηχανή της προκοπής κι ένας περίπατος.. δεν έχω αρκετά χρήματα για φωτογραφική μηχανή και έχουν πάψει να μου άρεσουν κι οι περίπατοι. Είναι απότροπαιο θέαμα άλλωστε να περπατώ έτσι μισός. Καλύτερα να οδηγώ γιατί από τη θέση του οδηγού πάντα μισός φαίνεσαι κι έτσι καταφέρνω κι εγώ να περνάω απαρατήρητος. 

Ο αθηναϊκός ουρανός δε χορταίνεται. Ούτε αυτό το σπάνιο φως του.
Ο ουρανός της Φλωρεντίας επίσης. Απλά σπανιότερη συνθήκη ο καθαρός ουρανός στη Φλωρεντία, όπως και να το κάνουμε.
Σε δυο πόλεις έζησα τη ζωή μου (εώς τώρα) και ο ουρανός τους λες με διάλεξε. Κάτι να κάνει αντίθεση, κάτι να ξεχωρίζει το μέσα απ' το έξω μου.

Το τσιγάρο δεν κόβεται αν δεν το πάρεις απόφαση. Και ποιός στα αλήθεια έχει το σθένος να πάρει μια τέτοια απόφαση σε καιρούς που επιβάλουν μια λύτρωση.

Ο αναπτήρας πάντα θα τελειώνει στο τσιγάρο που ήθελες περισσότερο από τα άλλα.

Είναι μάταιος κόπος να σιδερώνονται τα σεντόνια. Το να τσαλακώνονται είναι η φύση τους.

Οι γλάστρες στα μπαλκόνια πάντα θα πέφτουν τις χειμωνιάτικες μέρες με βοριά. Οι άνθρωποι πάντα θα σηκώνονται.

Δε βρίσκω κανένα λόγο, ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι, δεν ξέρω τι κάναμε για να μας αξίζουν τα σκυλιά.

Πάντα θα υπάρχει μια κορυφή που παράμενει ακατάκτητη. Το ότι θέλησαμε να την κατακτήσουμε παρέα εγώ θα το ονομάσω ευτυχία.

Οι ποιητές δεν το ξέρουν πως είναι ποιητές. Αν το ήξεραν δε θα 'ταν ποιητές, θα διάλεγαν άλλες καριέρες ή ζωές.

Οι έρωτες είναι θνησιγενείς. 
Με κάποιο τρόπο κι οι ζωές μας. Έναν έρωτα έζησα και ξέρω.


Κάτι τελευταίο. Μια φορά αγαπάς. Οι υπόλοιπες φορές δεν είναι ίδιες. Δεν έχουν το ίδιο θάρρος άρα ούτε και την ίδια αγνότητα.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

H ΠΟΙΗΣΗ

Στις 23 Δεκεμβρίου του 1888 ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ κόβει το κάτω μέρος του αριστερού του αυτιού με ένα ξυράφι, μετά από έντονη λογομαχία που είχε με τον Πολ Γκογκέν, συγκάτοικό του στο σπίτι της Αρλ. Μια άλλη εκδοχή θέλει το ζωγράφο να κόβει το λοβό του αριστερού του αυτιού, έπειτα από επιστολή που έλαβε από τον αδερφό του Τεό, στην οποία τον ενημέρωνε για τον επικείμενο γάμο του. Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Βαν Γκογκ τυλίγει το αυτί του σε πετσέτα και το προσφέρει ως δώρο στο αγαπημένο του κορίτσι σε κάποιο οίκο ανοχής της περιοχής. 


Τα ποιήματα δε φτιάχνονται μόνο με λέξεις.




Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Ο ΠΟΝΟΣ

Σκέψου ένα πόνο.

Που έχει φύγει πια από τη νευρική απόληξη του δεξιού ή του αριστερού χεριού, που έχει πάψει να σε βάζει σε σκέψεις για το αν πεθαίνεις , προδωμένος από την αδυναμία της καρδιάς σου, που δεν είναι μούδιασμα μα ούτε σφάχτης, που δε θυμίζει κάνεναν άλλο πόνο της προηγούμενης ζωής σου. 

Σκέψου ένα πόνο που η ένταση του είναι σύμφυτη με τη ζωή, σκέψου ένα πόνο που σε κάνει ατρόμητο απέναντι στην αναπόδραστη συνθήκη του θανάτου κι όμως αφήνει τις μικρότερες λέξεις να τρυπώνουν έρποντας ανάμεσα στα τσαλακωμένα σεντόνια, στα κορδόνια των παπουτσιών που αγόρασες μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, ανάμεσα στα καλώδια που θυμίζουν νεκρά φίδια και στην καρέκλα τη δερμάτινη που ήταν κάποτε το ηχείο στο σφυγμό ενός γερού, όμορφου ζώου, στο πάτωμα που κάποτε ήταν δένδρο ψηλό, αγέρωχο, ονειρικό σε ένα δάσος πολύ μακρυά από εδώ. 

Κι αυτές οι μικρότερες λέξεις έχουν κι αυτές το βάρος τους όταν μαζεύονται πολλές μαζί. Ύπνος, μεσημεριανό φαγητό, εργασία, ξύρισμα, πλύσιμο δοντιών. 


Σκέψου ένα πόνο που είναι πάντοτε ανάμεσα στα δάχτυλα και των δύο χεριών και που το σαπούνι δεν μπορεί να ξεπλύνει - δοκίμασες το υγρό κρεμοσάπουνο δοκίμασες και την πλάκα - που όσο κι αν ξύνεις με μανία τα χέρια σου με τον άσπρο αφρό, είναι εκεί κι αν τρίψεις περισσότερο, λες θα ξεκολλήσει το δέρμα και θα χάσεις κάτι δικό σου. 



Σκέψου ένα πόνο που είναι πια χαρακτηριστικό του προσώπου σου, σαν τη μύτη και τα αυτιά σου και τα μάτια σου, εντούτοις χαρακτηριστικό ορατό μόνο σε σένα. Κανείς δεν ήρθε να σου πει γι΄αυτόν τον πόνο και τι να σου πει, τι τραγωδία, τι ματαίωση.. μα δε διορθώνονται όλα με τις λέξεις...Είναι πάντως εκεί, το αναγνωρίζουν όλοι, προσπαθείς μάταια να κρύψεις τον πόνο ανάμεσα στο φρεσκοσιδερωμένο γιακά του πουκάμισου και το λαιμό σου, γλιστράει, τον χώνεις βιαστικά στην τσέπη  και για μια στιγμή είναι σαν να μην υπάρχει. 



Σκέψου ένα πόνο που είναι εκεί, πανταχού παρών σαν ανελέητος θεός, εκεί, τις μέρες με ήλιο και τις συννεφιασμένες μέρες, τις νύχτες που επιλέγεις για λόγους ανεξήγητους να προσθέσεις μια λεπτομέρεια στην εικόνα σου, ένα καπέλο ή δυο κάλτσες μαύρες τραβηγμένες ψηλά στο ύψος της γάμπας, λες και μια εικόνα θα σβήσει τον πόνο. 

Σκέψου ένα πόνο να σε τσιμπάει ψηλά στο στήθος σου από τη μέσα μεριά, ένα πόνο που είναι μέρος μιας σύστασης ή κάποιας καινούριας γνωριμίας, ένα πόνο αντιφατικό και διττό στη φύση του, πότε κοινωνικό και πότε βαθιά εσωστρεφή, πότε επιδερμικό και πότε βαθυστόχαστο σα μια κανονική Κυριακή του Σεπτέμβρη. 



Σκέψου ένα πόνο που είναι απάνω στην τούρτα των γενεθλίων σου, στην πρώτη μπουκιά του γλυκού, στην τελευταία μπύρα της βραδιάς, στο πάτημα του συμπλέκτη και στην αφόρητη κίνηση της Αλεξάνδρας.



Σκέψου ένα πόνο που δεν είναι πια λέξη ή συναίσθημα. Ανήκει ολότελα στον εαυτό του.



Σκέψου ένα πόνο που ξεκινά απο τον έρωτα, ταξιδεύει μέσα στον έρωτα κι επιστρέφει στον έρωτα σαν μην υπάρχει καμιά άλλη πατρίδα για τα έντονα συναισθήματα. 



Σκέψου ένα πόνο που σιγά σιγά καταλαμβάνει ζωτικά όργανα, τους πνεύμονες σου, το συκώτι σου, την καρδιά σου, που αλλάζει ελάχιστα τη χροιά της φωνής σου, που σκληραίνει τα νύχια σου, που γίνεται δέρμα πάνω στο δέρμα σου.



Σκέψου ένα πόνο που δε σε σκοτώνει.



Σκέψου ένα πόνο που σε κρατάει ζωντανό.



Σκέψου ένα πόνο που σε αλλάζει.



Σκέψου ένα πόνο που θα γίνει εσύ.



Σκέψου ένα πόνο που είσαι εσύ.



Και τώρα πάρε μια βαθιά ανάσα.

Είσαι ακόμα μαζί μας, είσαι ακόμα εδώ σε πείσμα των προγνωστικών. Σκέψου τον εαυτό σου να περπατά πάνω στο κύμα, να ξύνει τις παλάμες του σε μια αιχμηρή κορυφή που περιμένει να κατακτηθεί, να κυνηγά πουλιά τρέχοντας ανάμεσα στα σύννεφα, να πιάνει χούφτες χούφτες την άμμο από τα βάθη των ωκεανών, όλα είναι εντάξει, θα κοιμηθείς ήρεμος απόψε, θα φας ένα σπιτικό πιάτο φαί, θα ξυριστείς κι ο πόνος θα είναι εκεί, ίδιος κι απαράλλακτος. 

Εσύ όχι. 

Θα είναι Παρασκευή, μέρα μεσημέρι κι ο ήλιος θα είναι αναπάντεχα λαμπρός για χειμώνα.

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Σκοπός μας θα ήταν βέβαια η συνάντηση

Αν ήμασταν ελεύθεροι και με το κάθε χέρι ανοιχτό

Εξαντλήθηκαμε μες στην απόσταση

Ικανοί και πρόθυμοι

Δύο τα βήματα, ένα δικό σου κι ένα δικό μου

Να συμπληρωθεί το κενό 

Να γίνει αυτή η απέραντη απουσία ένωση

Το βράδυ του πανηγυριού, μπροστά στα μάτια κάποιου αγίου που δε θυμάμαι τώρα το ονομά του, κανονίσαμε συνάντηση για την επόμενη..

Εσύ κατάλαβες ημέρα κι εγώ ζωή

Έτσι χαμένοι στη μετάφραση αποκοιμηθήκαμε ήρεμοι 

Στην αποθέωση του Ιούλη 

Η γάτα γουργούριζε στο περβάζι, σίγουρη για το μέλλον

Ενώ οι σκύλοι γρύλιζαν, αλυχτούσαν, άλλα πλάσματα αυτά, θαρρείς κατανοούν το βάρος της ύπαρξής τους

Όλη μας η ζωή από τότε, όλη η ζωή που επιθυμήσαμε κι αναζητήσαμε πότε στο δίπλωμα της φρεσκοσιδερωμένης πετσέτας και πότε στη μυρωδιά από τη λεβάντα και πότε πότε πιο θαρραλέα ανάμεσα στους έρωτες, ένα καλοκαίρι είναι

Ένα καλοκαίρι αιώνιο, ασίγαστο που τίποτα δεν μπορεί να το σταθμίσει και δεν αφήνει χώρο για άλλες εποχές

Ασύγκριτο, αναντίστοιχο και ιερό

Σαν την πρώτη ανάσα

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

ΩΔΗ ΣΤΟΝ WILLIAM BLAKE

Όπως το φίδι αβαρές κι ελαττωματικό στροβίλιζεται στη μασχάλη σου έτσι κι ο άνθρωπος 

ο ελαφρύς νικά το θάνατο.

Κάνει σάλτο και πιάνεται από τον ουρανό, όπως το βρέφος βυζαίνει η μάνα του.

Το αγρίμι ξερνά από το στόμα του απέραντη ευωδιά,

για αμαρτήματα που δεν μετριώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Το οστό που συμβολίζει την αρμονία ράγισε κι ο καινούριος ανθός ξεπρόβαλε σαν κόλαση.

Μπρος στα μάτια των νεκρών ο υιός ο μονογενής ματώνει 

κι ο θεός μας άφαντος. 

Έτσι διαλέξαμε τη ζωή μας και τον έρωτα μας.

Χωρίς θεούς και δαίμονες.

Μονάχα ανάμεσα στους ανθρώπους που στίβουν την πέτρα.

Έτσι διαλέξαμε τη ζωή μας.

Στην άβυσσο μια υπόσχεση.