Αθήνα. Μεσημέρι. Χιονιάς. Ο ίδιος δε χρησιμοποιούσε αυτή τη λέξη, αλλά από τότε που πέθανε η γιαγιά του, τα γράμματα ενώνονταν μαγικά, τη σχημάτιζαν. Του ερχόταν συχνά στο μυαλό, σχεδόν συνώνυμη με την απώλεια πια. Πολύ κρύο για Αθήνα σκεφτόταν. Ήταν απότομη αλλαγή, αλήθεια, είκοσι βαθμοί κάτω, σε δυο μέρες μέσα. Έσκαγε το δέρμα του στα χέρια, κοντά στους χόνδρους, στα μικρά όρη της συνείδησης, όπως έλεγε ο πατέρας του, γύρω από τους καρπούς, τα χείλη κολλημένα, ραμμένα μεταξύ τους, κι αυτός όλος ένα χρώμα, κοντά στο λευκό. Στο φως θα έλεγε κανείς πως φαινόταν γαλάζιος, διάφανος, σα να τον τρύπαγε από άκρη σε άκρη. Και το φως και το κρύο.
Αθήνα. Μεσημέρι. Χιονιάς. Αλλόκοτος καιρός. Δε θυμόταν ποτέ -10 στην Αθήνα. Γι΄αυτό έτρεχαν όλοι, σε φρενίτιδα, στα σούπερ μάρκετ να πάρουν προμήθειες. Έλεγαν οι ειδήσεις πως θα κρατήσει μέρες η κακοκαιρία. Κι έτοιμοι όλοι για πόλεμο. Εικοσάδες τα χαρτιά, τα γάλατα, δυο-δυο οι φραντζόλες το ψωμί. Κάτι αυτό, κάτι τα χριστούγεννα σε λίγες μέρες. Υπερβολικός κι ο Έλληνας απ΄τη φύση του.
Είχε απέχθεια για τα χριστούγεννα. Για τις γιορτές γενικά δηλαδή. Άλλωστε οι δικοί του όλοι μακρυά. Οι γονείς του στην Καστοριά, οι φίλοι στην Αμερική, σε Νέα Υόρκη και Λος Άντζελες μοιρασμένοι. Μια οικογένεια απλωμένη στον κόσμο. Κι αυτός μόνος του τα τελευταία δυο χρόνια. Μόνος του. Για κοπέλα ούτε λόγος. Μόνο τυπικές, αμήχανες, νευρικές κουβέντες στα διαλείμματα της δουλειάς, με τις γυναίκες συναδέλφους. Κι αυτός μόνος του. Πως να μην έχει απέχθεια?
Διέσχισε τη Σταδίου κι έπειτα την Ακαδημίας, αργά, αγκυλωμένος από το χιόνι και τον αέρα. Η τριάδα των ιστορικών κτιρίων, στεκόταν βουβή, άχρωμη, όμορφη, σκεπασμένη από χιόνι. Παρατηρητές τα κτίρια. Αυτό τριγύριζε στο μυαλό του που ίσα- ίσα λειτουργούσε κάτω από το μάλλινο σκούφο του, τυλιγμένος μέχρι τα αυτιά, μόνο τα μάτια του ξεχώριζαν, κατάμαυρα και μικρά, καρφωμένα στη βάση του κρανίου. Μια σκέψη απλή. Τα κτίρια βουβά, παρατηρούν. Κι όταν θα φύγω αυτό θα κάνουν.. Σε σκέψεις τέτοιες μπλεγμένος, παράδοξες, για κτίρια παρατηρητές, ανθρώπους ακτινογραφίες, λαίμαργους, ξεπεσμένους άγιους βασίληδες, έψαχνε για ταξί. Σίνα και Ακαδημίας γωνία. Περίμενε ώρα ή ο χρόνος είχε παγώσει κι αυτός. Ίσα που τον κράταγαν τα πόδια του. Ζωσμένος πολεμιστής, το λάπτοπ στην ειδική τσάντα του- ασπίδα, κάτι σακούλες- πλαστικές βόμβες- με λίγα ψώνια, καθημερινά ψώνια, όχι για τις γιορτές. Είχε απέχθεια για τις γιορτές. Μόνος του αυτός. Πως να μην έχει?
Έκανε για πολλοστή φορά σήμα με το χέρι του κι ένα ταξί κατακίτρινο, φωτεινό, πιο κίτρινο από ποτέ, σταμάτησε μπροστά του. Κόμπλαρε για λίγο με την απρόσμενη τύχη του. Πάντα περίμενε περισσότερο, πολύ περισσότερο. Μα δεν κουνιόταν βήμα. Σίνα και Ακαδημίας γωνία. Παρασκευή μεσημέρι, πήξιμο, που ταξί? Μπήκε δειλά, παλεύοντας με αυτά που κουβαλούσε και κάθισε στην πίσω θέση. Ζωσμένος ακόμα τις τσάντες, τυλιγμένος μέχρι τα αυτιά. Το καλοριφέρ στο ταξί, στο φουλ, κι αυτός κουκουλωμένος. Σαν αισθητικός τρομοκράτης, μόνο τα μάτια του φαίνονταν. Μίλησε μέσα από το κασκόλ. "Ζωγράφου, στη λεωφόρο Παπάγου, στο ύψος της Γαρδένιας." Οι λέξεις του κοφτές, παγωμένες. "Μάλιστα", απάντησε ο ταξιτζής, ένας μεσόκοπος κύριος, ευγενική φιγούρα, αταίριαστη με το φόντο, πιο πολύ με μπάτλερ έμοιαζε. Το ταξί μύριζε κάτι ανάμεικτο, από το αρωματικό που έσπρωχνε μεθοδικά ο ζεστός αέρας της θέρμανσης, δέρμα, καινουργίλα.
Σε όλη τη διαδρομή κοίταζε από το παράθυρο. Το πλήθος παγωμένο, γιορτινό, παγωμένο, γιορτινό, σε μια εναλλαγή χωρίς ανάσα. Σαν τα φανάρια. Σε ένα από τα τόσα που ήταν φυτεμένα στο κέντρο της πόλης, είδε από κοντά, σχεδόν μπορούσε να αγγίξει, το πρόσωπο μιας μητέρας, ακίνητο, φανερά να σκέφτεται πώς θα τα βγάλει πέρα φέτος, τα λεφτά για τα δώρα του μικρού, κι έπειτα την ακινησία του να σπάει, θαρρείς σε λίγα δευτερόλεπτα, από το τράβηγμα του μικρού στο παλτό της. Και γύρισε και τον κοίταξε τον μπόμπιρα, με υγρά μάτια, σαν από πάχνη πρωινή, με κάτι μάτια, και του χαμογέλασε κι εκέινου μέσα στο ταξί, του πάγωσε η καρδιά του, του σφίχτηκε και σα να σταμάτησε για λίγο. Κι αφού άναψε το πράσινο, γύρισε πίσω και συνέχισε να κοιτάζει, ανάμεσα στις γραμμές απο το πίσω τζάμι, σα να διάβαζε παραμύθι αυτοσχέδιο.
Στα επόμενα τριακόσια- τετρακόσια μέτρα, το ταξί σταμάτησε στο νεύμα μιας κοπέλας. "Ζωγράφου", ψέλλισε. "Πλατεία Γαρδένιας". "Εκεί πάμε",απάντησε ο ταξιτζής, με κατεβασμένο μια ιδέα το παράθυρο. Η κοπέλα προς έκπληξη του, άνοιξε την πίσω πόρτα κι όχι την μπροστά και κάθισε δίπλα του. "Δε νιώθω άνετα να κάθομαι μπροστά", του είπε ψιθυριστά, σαν παιδικό μυστικό. Αυτός χαμογέλασε ηλίθια, πράγμα που για καλή του τύχη δε φάνηκε πίσω από το μάλλινο φεστιβάλ που κάλυπτε το προσωπό του, και γύρισε απότομα από την άλλη. Το μόνο που πρόλαβε να συγκρατήσει ήταν τα μάτια της που κάθονταν πάνω σε μια κατακόκκινη μύτη, σαν ψεύτικα. Και κάτι ακόμα. Αυτό όμως τον έκανε να μετακινηθεί στην άλλη άκρη. Πως εκείνη μύριζε χριστούγεννα. Δε μπορούσε να γίνει πιο ξεκάθαρο μέσα του. Μύριζε χριστούγεννα. Το χιόνι έξω δυνάμωνε. Το κρύο έμοιαζε απειλητικό. Στο ίδιο ταξί. Δυο γείτονες από καιρό, επιτέλους θα γνωρίζονταν.
Κωστής Κατσαρός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου