Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Ο ΠΟΝΟΣ

Σκέψου ένα πόνο.

Που έχει φύγει πια από τη νευρική απόληξη του δεξιού ή του αριστερού χεριού, που έχει πάψει να σε βάζει σε σκέψεις για το αν πεθαίνεις , προδωμένος από την αδυναμία της καρδιάς σου, που δεν είναι μούδιασμα μα ούτε σφάχτης, που δε θυμίζει κάνεναν άλλο πόνο της προηγούμενης ζωής σου. 

Σκέψου ένα πόνο που η ένταση του είναι σύμφυτη με τη ζωή, σκέψου ένα πόνο που σε κάνει ατρόμητο απέναντι στην αναπόδραστη συνθήκη του θανάτου κι όμως αφήνει τις μικρότερες λέξεις να τρυπώνουν έρποντας ανάμεσα στα τσαλακωμένα σεντόνια, στα κορδόνια των παπουτσιών που αγόρασες μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, ανάμεσα στα καλώδια που θυμίζουν νεκρά φίδια και στην καρέκλα τη δερμάτινη που ήταν κάποτε το ηχείο στο σφυγμό ενός γερού, όμορφου ζώου, στο πάτωμα που κάποτε ήταν δένδρο ψηλό, αγέρωχο, ονειρικό σε ένα δάσος πολύ μακρυά από εδώ. 

Κι αυτές οι μικρότερες λέξεις έχουν κι αυτές το βάρος τους όταν μαζεύονται πολλές μαζί. Ύπνος, μεσημεριανό φαγητό, εργασία, ξύρισμα, πλύσιμο δοντιών. 


Σκέψου ένα πόνο που είναι πάντοτε ανάμεσα στα δάχτυλα και των δύο χεριών και που το σαπούνι δεν μπορεί να ξεπλύνει - δοκίμασες το υγρό κρεμοσάπουνο δοκίμασες και την πλάκα - που όσο κι αν ξύνεις με μανία τα χέρια σου με τον άσπρο αφρό, είναι εκεί κι αν τρίψεις περισσότερο, λες θα ξεκολλήσει το δέρμα και θα χάσεις κάτι δικό σου. 



Σκέψου ένα πόνο που είναι πια χαρακτηριστικό του προσώπου σου, σαν τη μύτη και τα αυτιά σου και τα μάτια σου, εντούτοις χαρακτηριστικό ορατό μόνο σε σένα. Κανείς δεν ήρθε να σου πει γι΄αυτόν τον πόνο και τι να σου πει, τι τραγωδία, τι ματαίωση.. μα δε διορθώνονται όλα με τις λέξεις...Είναι πάντως εκεί, το αναγνωρίζουν όλοι, προσπαθείς μάταια να κρύψεις τον πόνο ανάμεσα στο φρεσκοσιδερωμένο γιακά του πουκάμισου και το λαιμό σου, γλιστράει, τον χώνεις βιαστικά στην τσέπη  και για μια στιγμή είναι σαν να μην υπάρχει. 



Σκέψου ένα πόνο που είναι εκεί, πανταχού παρών σαν ανελέητος θεός, εκεί, τις μέρες με ήλιο και τις συννεφιασμένες μέρες, τις νύχτες που επιλέγεις για λόγους ανεξήγητους να προσθέσεις μια λεπτομέρεια στην εικόνα σου, ένα καπέλο ή δυο κάλτσες μαύρες τραβηγμένες ψηλά στο ύψος της γάμπας, λες και μια εικόνα θα σβήσει τον πόνο. 

Σκέψου ένα πόνο να σε τσιμπάει ψηλά στο στήθος σου από τη μέσα μεριά, ένα πόνο που είναι μέρος μιας σύστασης ή κάποιας καινούριας γνωριμίας, ένα πόνο αντιφατικό και διττό στη φύση του, πότε κοινωνικό και πότε βαθιά εσωστρεφή, πότε επιδερμικό και πότε βαθυστόχαστο σα μια κανονική Κυριακή του Σεπτέμβρη. 



Σκέψου ένα πόνο που είναι απάνω στην τούρτα των γενεθλίων σου, στην πρώτη μπουκιά του γλυκού, στην τελευταία μπύρα της βραδιάς, στο πάτημα του συμπλέκτη και στην αφόρητη κίνηση της Αλεξάνδρας.



Σκέψου ένα πόνο που δεν είναι πια λέξη ή συναίσθημα. Ανήκει ολότελα στον εαυτό του.



Σκέψου ένα πόνο που ξεκινά απο τον έρωτα, ταξιδεύει μέσα στον έρωτα κι επιστρέφει στον έρωτα σαν μην υπάρχει καμιά άλλη πατρίδα για τα έντονα συναισθήματα. 



Σκέψου ένα πόνο που σιγά σιγά καταλαμβάνει ζωτικά όργανα, τους πνεύμονες σου, το συκώτι σου, την καρδιά σου, που αλλάζει ελάχιστα τη χροιά της φωνής σου, που σκληραίνει τα νύχια σου, που γίνεται δέρμα πάνω στο δέρμα σου.



Σκέψου ένα πόνο που δε σε σκοτώνει.



Σκέψου ένα πόνο που σε κρατάει ζωντανό.



Σκέψου ένα πόνο που σε αλλάζει.



Σκέψου ένα πόνο που θα γίνει εσύ.



Σκέψου ένα πόνο που είσαι εσύ.



Και τώρα πάρε μια βαθιά ανάσα.

Είσαι ακόμα μαζί μας, είσαι ακόμα εδώ σε πείσμα των προγνωστικών. Σκέψου τον εαυτό σου να περπατά πάνω στο κύμα, να ξύνει τις παλάμες του σε μια αιχμηρή κορυφή που περιμένει να κατακτηθεί, να κυνηγά πουλιά τρέχοντας ανάμεσα στα σύννεφα, να πιάνει χούφτες χούφτες την άμμο από τα βάθη των ωκεανών, όλα είναι εντάξει, θα κοιμηθείς ήρεμος απόψε, θα φας ένα σπιτικό πιάτο φαί, θα ξυριστείς κι ο πόνος θα είναι εκεί, ίδιος κι απαράλλακτος. 

Εσύ όχι. 

Θα είναι Παρασκευή, μέρα μεσημέρι κι ο ήλιος θα είναι αναπάντεχα λαμπρός για χειμώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου