Πενήντα χρόνια κοντά δεν είχε βάλει μαξιλάρι στο προσκεφάλι του. Εκεί ξεχειμώνιαζε, εκεί το καλοκαίρι, φεύγαν οι εποχές, χαμένες ευκαιρίες. Φεύγαν τα χρόνια. Ποτάμι ολόκληρο τα χρόνια τον έπνιγαν πια. Που να βρεις μαξιλάρι εδώ πάνω? Μαζί με τα πρόβατα μια ζωή. Μέσα στα σκατά, στο χώμα-λάσπη γινότανε με τη βροχή-και κόλλαγε στα πόδια του, στα ρούχα του, παντού. Ακόμα κι όταν κατέβαινε στο σπίτι του, στο χωριό, καμιά φορά, δεν κοιμόταν σε κρεβάτι. Μόνο στο πάτωμα έστρωνε μια βελέντζα και ξάπλωνε. Ποτέ του δεν παντρεύτηκε, πράγμα ζόρικο για την εποχή, κι όλοι στο χωριό τον είχαν για τρελό. Λές και το διάλεξε..Του μιλούσαν όμως, μα πάντα λίγο σφιχτά, λίγο μαγκωμένα. Κι έπειτα έφευγαν γρήγορα μην κολλήσουν, για όπου τράβαγε ο καθένας. Κι αυτό το σπίτι στο χωριό? Μια καλύβα ξεχαρβαλωμένη, άδεια από έπιπλα. Το λουτρό έξω απ΄το σπίτι, το "μέρος" μια τρύπα στο χώμα. Σε σχέση με πάνω όμως, σωστή σουϊτα. Έτσι σκεφτόταν ξαπλωμένος στο πάτωμα και χαμογελούσε πριν κοιμηθεί. Όλο το χειμώνα εκεί πάνω, να βγάλει τα πρόβατα, να τα ξαναβάλει πίσω, να τα ταϊσει, να τα ποτίσει. Έβοσκαν αυτά, έβοσκε κι αυτός. Μασούλαγε κάτι βιβλία που είχαν πέσει στα χέρια του από τον πατέρα του, που μόνος του είχε μάθει γράμματα και του είχε δείξει κι αυτού κάτι λίγα. Λίγο- λίγο τα διάβαζε, δυσκολευόταν. Πολύς ο καιρός, λίγα τα βιβλία. Αυτά και τα σκυλιά η συνροφιά του.
Γιατί είχε και δυο σκυλιά εκεί πάνω μαζί του. Μια θηλυκιά και το γιο της τώρα τελευταία. Μα πάντοτε δυο σκυλιά. Αυτή η τελευταία, η Παχιά, έτσι τη φώναζε, ένα κουτάβι γέννησε, τον Μπάσταρδο αφού την σκύλα, τη βρήκε γκαστρωμένη. Γυρνοβόλαγε όλο το χωριό αυτή, σουλάτσαρε και κάποιος αλητάκος τη γκάστρωσε. Μπάσταρδος λοιπόν ο μικρός, εκτός γάμου. Ήθελε να έρθει πάντως το ευλογημένο. 'Ενα βγήκε, μόνο του. Με τα χέρια του τη ξεγέννησε, έσπασε το σάκο δηλαδή και της το βάλε δίπλα της, να το καθαρίσει. Μια χούφτα σκάρτη το σκασμένο- όλη η αλήθεια του κόσμου. Τα ίδια έκανε και με τις προβατίνες. Παιδιά δεν είχε αλλά από γέννες άλλο τίποτα. Λεφτά έβγαζε από τα κρέατα, το γάλα, το τυρί, το μαλλί. Τίποτα δεν πάει χαμένο εκεί πάνω. Πόσα λεφτά να χρειαστείς άλλωστε? Εκεί πάνω. Μέσα στο σκατό, τη βροχή, το χιόνι. Αλλά και μέσα στην άνοιξη, και τα αγριολούλουδα και τον ήλιο. Και τα δέντρα και τις μυρωδιές τους. Όλα τσάμπα. Και το σκατό κι ο ήλιος τσάμπα. Τα περισσότερα λεφτά τα φύλαγε, τα έκανε μασούρι. Πόσο θα άντεχε ακόμα εκεί πάνω? Οι καιροί αλλάζουν σκεφτόταν, χωρίς να ξέρει. Θα αναγκαστώ να κατέβω στο χωριό μόνιμα έλεγε, και τον κοίταζαν τα σκυλιά του στα μάτια. Μαζί του κοιμόνταν, όχι έξω, όχι δεμένα. Ό,τι σκυλί κι αν είχε αυτά τα χρόνια, μαζί του κοιμόταν. Στα πόδια του. Πότε- πότε του ΄γλείφαν τα πόδια τα σκυλιά. Να τα ζεστάνουν. Συντροφιά τα σκυλιά, παρηγοριά. Τα σκυλιά η μισή του ζωή. Η άλλη μισή εκείνα τα είκοσι βιβλία. Τα πρόβατα άλλο πράγμα. Τα πρόβατα δουλειά.
Όλη του τη ζωή άκουγε. Τους ήχους της ζωής. Τους ανθρώπους. Δε μίλαγε πολύ( με ποιον να μιλήσει), αλλά άκουγε, άκουγε τα πάντα. Όχι μόνο τους ήχους, τις λέξεις, τον αέρα. Άκουγε το μέσα των ανθρώπων. Τη βρωμιά τους, τα βάσανα, την αγάπη τους. Όλα τα άκουγε και πιο δυνατή η αγάπη. Του τρύπαγε τα αυτιά η αγάπη. Ένας καμβάς το μυαλό του και πάνω του χρώματα πεταμένα, οι ζωές των άλλων.Από δέκα χρονών στο βουνό, να φυλάει τα πρόβατα. Μοναχοπαίδι. Οι γονείς του πέθαναν νωρίς. Ο πατέρας του μετα τον εμφύλιο , η μάνα του λίγο μετά. Πενήντα χρόνια κοντά εκεί. Να φυλάει τα πρόβατα.
Το χειμώνα του ΄93 τον έπιασε βήχας βαρύς. Σκληρός βήχας. Έφτυνε τα σωθικά του. Είπε θα του περάσει. Μα εκεί, δώστου ο βήχας, να φτύνει τα συκώτια του. Στο μήνα επάνω, πήρε την απόφαση να φύγει. Κανόνισε με κάποιους από το χωριό, κοράκια σωστά, να τους πουλήσει τα πρόβατα. Πούλησε αρκετά κοψοχρονιά. Τα υπόλοιπα τα έσφαξε. Δεν τον ένοιαζε. Πενήντα χρόνια κοντά εκεί πάνω και δεν τον ένοιαζε. Όλα κανονίστηκαν γρήγορα. τη γη του την κράτησε και τα σκυλιά μαζί. Κατέβηκε σπίτι του στο χωριό, και κάποιοι ενδιαφέρθηκαν και του αγόρασαν κρεβάτι. Με δικά του λεφτά δηλαδή, μα ενδιαφέρθηκαν. Και που του το έφεραν, τι κατάλαβαν? Που να βολευτεί άνθρωπος σε αυτό το ρημάδι? Γύρναγε όλο το βράδυ. Και τον ενοχλούσε πότε το σεντόνι, πότε το στρώμα που βούλιαζε. Αυτός στο πάτωμα. Αλλάζει η συνήθεια? Πρώτα η ψυχή και μετά το χούι, σκεφτόταν.
Ο βήχας με τον καιρό καλυτέρεψε. Και τα χρόνια πέρασαν. Ήρθαν όλα σιγά- σιγά. Και το καφενείο κι οι παρέες, δεν ήταν δα και τόσο μεγάλος, κι όλα ήρθαν. Αυτό που άργησε λίγο, ήταν οι λέξεις στο στόμα του. Πρώτα στο στόμα δηλαδή, μετά στα χείλη. Κι ύστερα βγήκαν. Λέξεις πνιγμένες, παλιές, βγήκαν από μέσα του σαν ρούχα παλιά από μπαούλο. Δεν ήταν χείμαρρος ορμητικός οι λέξεις. Σιγά- σιγά. Σταγόνες οι λέξεις. Κι η ζωή του έγινε σαν των υπόλοιπων με τον καιρό. Πήρε κι άλλα βιβλία και συσκευές ηλεκτρικές.
Πότε- πότε όμως έπαιρνε τα σκυλιά και πήγαινε πάνω. Στην στάνη. Και κοιμόταν εκεί κανα-δυο μέρες. Να έρθει στα ίσα του. Να μην ξεχάσει να ακούει.
Κωστής Κατσαρός
Wraio re file. Beltiwnesai kai sugkinoumai pou beltiwnesai.
ΑπάντησηΔιαγραφή