Η κοπέλα με το ποδήλατο, θα βρει κάποιον να την αγαπήσει. Κι όχι το δρόμο της. Η κοπέλα που έμαθε ποδήλατο στα 36, και καλπάζει στο άγνωστο με γόβες, να κλειδώνει το τακούνι στο πετάλ. Να σφίγγει τα χέρια της στο τιμόνι, κάνοντας ορθοπεταλιές στον ύπνο της. Κι είναι ξαφνικά 40. Σα σταγόνες που κολλούν στο σκελετό από μέταλλο τα χρόνια. Γλιστρούν παραμορφωμένες προς τα πίσω, μικρές στάλες, που αλλιώς πέφτουν από τον ουρανό κι αλλιώς καταλήγουν. Δανεικά τα χρόνια.
Η κοπέλα που κοκκινίζει στη δουλειά κι ιδρώνει και κολλάνε πάνω της, τα σατέν, σεμνά μπλουζάκια της, και την κόβει και λίγο το σουτιέν, καθώς κάνει να φτάσει τους φακέλους, στο αρχείο. Που οι φούστες της πάντοτε, αυστηρά 5 πόντους πάνω το γόνατο, την κολακεύουν και το ξέρει. Και πνίγει την ανασφάλεια, στο νερό που στίβει απο τη μοναξιά.
Η κοπέλα με το ποδήλατο που γυαλίζει στον ήλιο, μα πιο πολύ γυαλίζει τις βροχερές ημέρες, που έχουν άπλετο φως μόνο στην Αθήνα. Το φως που διαχέεται στην Πανεπιστημίου και την Ασκληπιού, και διαλύει τη βουβαμάρα της πόλης, που φωνάζει μα δεν ακούγεται τίποτα. Τίποτα. Που βρυχάται, πληγωμένο θηρίο. Ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς..
Η κοπέλα με το ποδήλατο, θα βρεί κάποιον να την αγαπήσει κι ας προκαλέσει ατύχημα, κι ας ψάχνει τα τσιγάρα της 2 ώρες μέσα στην τσάντα, και σκέφτεται όσο το κάνει, πως είχε πει πως θα το κόψει το ρημάδι, κι έχουν περάσει 2 χρόνια από τότε. Στην τσάντα πριν το πακέτο βρίσκει κι άλλους στόχους κι άλλες υποσχέσεις. Τα χέρια της τα προσπερνούν, και αναζητούν τη λύτρωση στον καπνό.
Η κοπέλα με το ποδήλατο θα βρει κάποιον να την αγαπήσει. Κι αν όχι θα έχει ταξιδέψει πολύ μέσα στον κόσμο. Στις ξένες αγκαλιές, και σε δρόμους που γλιστράνε, αγκομαχώντας στις ανηφόρες, αφήνοντας τα χέρια στις κατηφόρες, σαν κομήτης σε 2 τροχούς.
Κωστής Κατσαρός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου