Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

C' EST TRES BEAU

          Το είδα να πέφτει το παλικάρι. Να ασπρίζει, να χάνει τις αισθήσεις του, να σωριάζεται χάμω στο έδαφος.  Ο ιδρώτας του μούσκεψε πρώτα τα μαλλιά, κι έπειτα, με χοντρές επιθετικές σταγόνες κατέβηκε στο μέτωπο, στα μάγουλα, στο λαιμό και τελικά στο στήθος. Το πρόσωπο του οστεώδες, δεν είχε καμία καμπύλη, να συγκρατήσει τον ιδρώτα. Μόνο τα μάτια του χωμένα, σφηνωμένα στη βάση του κρανίου έμοιαζαν με λακούβες. Η μπλούζα του, ένα σκισμένο, χλωμό t-shirt, απέκτησε καινούργια στάμπα κι έδειχνε πιο σκούρα και σκοτεινή. Τα μάτια του πετάρισαν κανά- δυο φορές και γύρισαν λίγο έτσι ώστε να φανεί το άσπρο, απειλητικό για τους περαστικούς. Ο θάνατος όμως δεν κολλάει. Το βλέμμα του θολό και θολωμένο, μετά απλώς άδειο. Ο θάνατος όμως δεν είναι μεταδοτικός.
      Τα χείλη του είχαν ματώσει, κι ήταν ενωμένα μεταξύ τους, σα να ήταν ραμμένα με χοντρή κλωστή, απ΄αυτές που ράβουν τα γεμιστά κρέατα στις γιορτές, μη χυθεί η ψυχή του στο πεζοδρόμιο. Τα χέρια του που έτρεμαν πάντα, τώρα ήταν ακίνητα και κανένα δεκάλεπτο πριν σωριαστεί έμοιαζε με λευκό Muhammad Ali. Κι όχι όταν εκείνος ήταν στις δόξες του, αλλά σαν από κάποια αναμνηστική φωτογραφία του, σε κάποια εκδήλωση, με σφιγμένες γροθιές στα γεράματα, μνημείο του ίδιου του του εαυτού. Νικημένος μαχητής, έσφιγγε κι αυτός τις γροθιές του, κάτω από το βάρβαρο αθηναικό ήλιο. Πόζαρε άθελα του, ποιός να ξέρει τι σκεφτόταν και τι έβλεπε με τα μάτια κλειστά; Ίσως σήκωσε τα χέρια σε αποχαιρετισμό. Κι ακριβώς πριν τον επιθανάτιο ρόγχο απλώθηκε ο χρόνος και έγινε αιωνιότητα, μπροστά από ένα παγκάκι στην πλατεία Εξαρχείων. Ενώθηκε η στερνή του ώρα, με τότε που εκεί ήταν αγροί και χωράφια, ή κάποιο ρέμα έσχιζε τη γη. Θα είδε το Διογένη κι ίσως το πατρικό κάποιου ήρωα μυθικού, του Θησέα ή του Περσέα , ή κάποιου που δεν τον χώρεσε ο μύθος γιατί θα είχαν και αυτοί ένα σπίτι, μία μάνα, ένα πιάτο φαί στα σίγουρα. Απλώθηκε ο χρόνος, μέσα του, με τα μάτια κλειστά, άπειρος, αστείρευτος και κυκλικός.
         Παλιότερα του άρεσε ο ήλιος. Τον απολάμβανε. Όχι όπως τώρα τελευταία που έβριζε θεούς και δαίμονες.Παλία τον απολάμβανε, με την αθλητική του εφημεριδα, με ένα τσιγάροι στο χέρι, ξεπεσμένος θεός του Ολύμπου. "Τότε ο ήλιος ήταν φιλαράκι, όχι εχθρός", όπως έλεγε ο ίδιος. Τέτοια μονολογούσε συχνά και τα είχε πάρει κι έμενα το αυτί μου. Ανάμεσα στις επίμονες-επίπονες ερωτήσεις για κανά ευρώ, και το θυμό του, τέτοια μονολογούσε. Για τον ήλιο, τα φεγγάρια του σύμπαντος και το προαιώνιο ποτάμι του χρόνου, την άσκοπη μοίρα του ανθρώπου και το μύθο του Σισσύφου και άλλα πολλά. Βραχνός προφήτης, ξερό δέντρο στον άνεμο. Η φωνή του, μονάχα σαν τον αέρα που λυσσομανά ανάμεσα στα κλαδια, είχε απομείνει. Ξερό δέντρο. Το σώμα του απλώς ηχείο, ιδεών και λέξεων που δεν καταλάβαινε πια και δεν μπορούσε να βάλει σε σειρά. Ένα ηχείο κάτω απο την μπλε πολυκατοικία, που τόσο του άρεσε να λέει την ιστορία της στους περαστικούς, για το Le Corbusier και αυτό που είχε γράψει εκείνος στην είσοδό της, όταν την επισκέφτηκε. Ένα ηχείο δίπλα στα χάχανα των παρεών, τα περιστέρια που έχεζαν παντού, κάτω απ'τα μάτια μας.
       Την πρέζα την ξεκίνησε μεγάλος. Κοντά στα 23. Γι'αυτό τον θυμάμαι ακόμη καμιά φορά στα καλά του, αγέρωχο και επιβλητικό. 10 χρόνια τώρα, είχε πατήσει για καλα τα 30, και ήταν πια σκιά. "Δεν έγινε από μαγκιά", όπως μου είχε πει. "Τι μαγκιά να εχει η πρέζα ;". Εγινε, αν κατάλαβα καλά την εξομολόγησή του (ήμουν μικρός), γιατί δεν άντεχε το χρόνο. Θυμάμαι ακόμη τα λόγια του. "Ο χρόνος ποτέ δεν είναι δικός μας, ξεγλυστρά απ'τα χέρια μας, πότε σκοντάφτει στην ανάμνηση και πότε στην προσδοκία. Ό χρόνος, το τώρα δεν είναι ποτέ δικά μας." Αυτό μου είχε πει, κι εμένα και σε άλλους στη γειτονιά και εξηγούσε την κατάντια του, όπως εγώ την έβλεπα τουλάχιστον, με ακαταλαβίστικα φιλοσοφικά ευφυολογήματα. Καταλάβαινες όμως, αν είχες τη διάθεση, πως έλεγε αλήθεια. Όντως δεν πρέπει να τον άντεχε το χρόνο. Με το που έβγαινε απο το στόμα του η λέξη, άλλαζε το σώμα του, ένιωθες πως σήκωνε τρίχα στη ράχη σα σκυλί έτοιμο για επίθεση κι οι κόρες των ματιών του έπαιρναν μία περίεργη γυαλάδα. Έφτυνε όποια λέξη ακολουθούσε κι έμοιαζε σαν να πνιγε ένα θηρίο στο λαιμό του. Ανάμεσα στο μήλο του Αδάμ και τον τράχηλό του. Ένα θηρίο. 
        Γύρναγε χρόνια στην πλατεία, μόνιμο έκθεμα. Κι είχε συμπάθειες ο μπαγάσας. Κυρίως ανάμεσα στις γιαγιάδες, που τον έβλεπαν σαν άρρωστο, του φέρονταν σα σε ασθενή από κάποια ανίατη νόσο και του έδιναν πάντα λεφτά λέγοντας "να φας κάτι παλικάρι μου, έχει κολλήσει η κοιλιά σου στην πλάτη" ή κάτι παρόμοιο, τελοσπάντων. Οι μαγαζάτορες όλο και κάτι του έδιναν και αυτοί, αλλά πιο πολύ για να τον διώξουν στα γρήγορα. Τους χάλαγε τη μόστρα βλέπεις. Οι μόνιμοι κάτοικοι ανδρικού φύλου, πιο σκληροί και από τους περαστικούς είχαν εκπαιδευτεί στο να τον αγνοούν, σαν να έμπαινε στο mute η φωνή του όταν περνούσαν, και γινόταν διάφανος. Ένα στεγνό κορμί να παίζει παντομίμα στη μέση της πλατείας για κανά κέρμα.
           Όταν δεν ήταν στο κλάσιμό του επάνω, κάπνιζε κανά τσιγάρο και έβγαζε λόγους. Αγαπημένη συνήθεια η ρητορεία. Τα τσιγάρα τα πίεζε στο ύψος του φίλτρου και ήταν σαν να τα κάρφωνε πάνω στο στόμα του. Τα δόντια του ήταν αραιά και μαύρα και όλο κάποιο κενό περίσσευε να ακομπήσει το τσιγάρο. Ο ίδιος για τα δόντια του έλεγε πως είναι από καλή πάστα, πως κάτι φίλοι του τα είχαν χασει χρόνια τωρα, και δεν έβλεπε τίποτα το αστείο σε αυτή του τη δήλωση. Κάπνιζε με μεγάλες, σφιχτές ρουφιξιές και ένιωθες παρατηρώντας τον πώς έπαιρνε τζούρα με όλο το κορμί του, πώς ρούφαγε τον καπνό με κάθε του πόρο. Γέμιζαν με νικοτίνη όλα τα κύτταρα και χαλαρωναν οι ρυτίδες που είχε στο πρόσωπο. Σταμάταγε για λίγο και το τρέμουλο στα χέρια, πριν εκπνεύσει. Κι έπειτα άρχιζε πάλι, μέχρι την επόμενη τζούρα. Έπινε καμιά μπύρα, κανά ουίσκι το χειμώνα και έτρωγε παγωτό όλο το χρόνο. Όταν είχε πιει, του έλιωνε στο χέρι και το έγλυφε με λαιμαργία, από το δέρμα του μόλις "ξυπνούσε". Νομίζω κανονικό φαί, δεν τον είδα να τρώει ποτέ. Μόνο παγωτό ή γλυφιτζούρι, ή πολλές τσίχλες μαζί, big babol συνήθως ή ό,τι θα έτρωγε ένα παιδί για λιχουδιά τελοσπάντων. Κανονικό φαι δεν τον είδα να τρώει ποτέ.
        Τον τελευταίο καιρό, δεν έδειχνε στα καλά του ή στα κακά του που είχα συνηθίσει. Είχε σταματήσει να μιλάει. Κι αυτό ήταν ανησυχητικό. Είχε σταματήσει τους πύρινους λόγους, για το τέλος του ανθρώπινου είδους και την αρχή των πάντων, και τον Επίκουρο και τον Heidegger και τον πίθηκο που κρύβουμε μέσα μας και το ατελέσφορο της ύπαρξης και, και..... Ακόμη αναρωτιέμαι πού τα ήξερε όλα αυτά, πού τα είχε ακούσει, πού τα είχε διαβάσει. Δεν είχε το job description για τέτοιες γνώσεις ρε παιδί μου. Δεν τον είδα ποτέ με βιβλίο στα χέρια και από ό,τι ξέρω δεν είχε σπουδάσει κάτι. Μάλιστα αμφιβάλλω αν είχε τελειώσει και το σχολείο ακομα. Αφού σκεφτόμουν ακούγοντάς τον πως τα έβγαζε από το μυαλό του και τα συνέδεε μετά με ονόματα που κάπου πήρε το μάτι του ή το αυτί του σε κάποιο σύνθημα σε καμία πορεία ή κανά τοίχο στη γειτονιά. Πως είχε κοπιάρει τίποτα από καμιά συνέλευση,  κανά απόφθεγμα από τίποτα συντρόφους, όπως τους έλεγε. 'Ημουν λάθος όμως, έπεφτα έξω. Τα έψαχνα πάντα μετά, τα συγκρατούσα, τα σημείωνα και τα έψαχνα. Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ στην αρχή , wikipedia στη συνέχεια. Όλα ακριβή. Όλα σωστά και ακριβή στη λεπτομέρεια τους. Κι ο Heidegger κι ο Επίκουρος κι ο Διογένης κι ο Αριστοτέλης κι ο Καμύ, όλη η παλιοπαρέα. Όλες οι πληροφορίες σωστές.
         Τελευταία όμως δε μίλαγε, ούτε για αυτά ούτε για τίποτα αλλο. Ούτε για τα καθημερινά, τα επουσιώδη. Δεν του έπαιρνες κουβέντα, ούτε προβοκατόρικα ούτε σκουντώντας τον. Τίποτα. Τίποτα. Βουβός σαν πέτρα. Βουβός σαν πέτρα. Απλά το κέλυφος είχε μείνει. Τον έβλεπες. Κέλυφος ο Διαμαντής, ανάμεσα στο σμάρι των κανονικών. Κέλυφος το πρεζάκι φιλόσοφος, κέλυφος ο προφήτης, κέλυφος ο ξεπεσμένος θεός. Κέλυφος. Αυτό που έγινε, το περίμενα, το έβλεπα να έρχεται. Νομίζω όμως το κατάλαβα κι εγώ κι όλοι μας πολύ μετά από εκείνον. Γι'αυτό σταμάτησε να μιλάει. 
           Ήταν πρωί Τρίτης κι ήμουν στο δρόμο για κάποια δουλειά. Τον είδα να πέφτει, να σωριάζεται. Στο χώμα δίπλα στο παγκάκι του. Έτρεξα και πήγα από πάνω του. Τα μάτια ανοιγόκλειναν γρήγορα, πετάρισαν , σαν να είχε χαλάσει ο Διαμαντής, σαν να μην ήταν πια ανάμεσά μας. Έσβηνε εμπρός μου. Του έπιασα το χέρι με την ελπίδα να αντιδράσει, να το σφίξει σαν να καταλαβαίνει πως είμαι εκεί, πως είναι κάποιος δίπλα του. Δεν έκανε τίποτα. Το χέρι του ιδρωμένο και κρύο και ακίνητο σαν ψεύτικο, έμοιαζε πλαστκό. Δε νομίζω να καταλάβαινε τίποτα. 
          Μόνος του έζησε και μόνος του πέθανε. Κι ίσως ήταν καλύτερα έτσι, που δε με πήρε χαμπάρι, τυχαία ήμουν εκεί άλλωστε. Ήταν καλύτερα έτσι που δε με κατάλαβε. Πάντα έλεγε πως η ζωή που έχεις ζήσει πρέπει να ταιριάζει με το θάνατό σου.
         Το ασθενοφόρο άργησε κι ήρθε ουσιαστικά μόνο για να παραλάβει τη σορό του. Δεν έμαθα ποτέ τίποτα, ούτε για κηδεία ούτε για οικογένεια, αν είχε ή όχι, δεν έμαθα τίποτα. Δεν έκλαψα στιγμή, δε δάκρυσα κι ας είχε σβήσει μπροστά μου. Έκανα και τη δουλειά μου εκείνη τη μέρα μάλιστα και δε μίλησα σε κανέναν για το γεγονός. Το Διαμαντή ποτέ δεν τον κατάλαβα, ούτε ήταν φίλος μου. Δεν τον βοήθησα περισσότερο απ' ότι κάποιος άλλος, ούτε νομίζω να του απάλυνα τον πόνο του. Κάναμε όμως ωραίες κουβέντες με το Διαμαντή. Στην όμορφη Αθήνα.
                      


Κωστής Κατσαρός


             

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου